Π.Πρωτ.Συρ. 48/2010 Να αναγνωριστεί η κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο και να διαταχτεί η
απόδοση αυτού από την εναγομένη, που αντιποιήθηκε τη νομή του
Αριθμός Απόφασης 48/2010
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΥΡΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ιωάννα Καραμπάση, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ευάγγελο Χριστιά,
Πρωτοδίκη - Εισηγητή, Δημήτριο Κίτσιο, Πρωτοδίκη και από τη Γραμματέα Δέσποινα Λουκή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2009, για να δικάσει
την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ
................", που εδρεύει στην ................ της νήσου ......... του Ν. Κυκλάδων
και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του
Νικόλαο Βιτάλη.
Της εναγομένης: "ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ
......................................................", που εδρεύει στην Ερμούπολη
Σύρου, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της
Γεώργιο Πλατή, μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής, ο οποίος, μετά την απόρριψη του
αιτήματος του, αποχώρησε.
Ο ενάγων κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την από 15-1-2008 (διεκδικητική
κυριότητας) αγωγή του, η οποία καταχωρήθηκε στα σχετικά βιβλία με αύξοντα αριθμό 7/2008
και γράφτηκε στο πινάκιο για να συζητηθεί στις 12-12-2008, οπότε αναβλήθηκε για τη
δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από το πινάκιο, ο πληρεξούσιος
δικηγόρος του ενάγοντος ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις
προτάσεις του, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης υπέβαλε αίτημα να αναβληθεί,
για δεύτερη φορά, η συζήτηση της υπόθεσης, το οποίο απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και,
κατόπιν τούτου, αποχώρησε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την 11.507/15-1-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου
Σύρου Ειρήνης Ανυσίου, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, προκύπτει ότι ακριβές
επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς
συζήτηση για τη δικάσιμο της 12-12-2008, οπότε η συζήτηση της αγωγής αναβλήθηκε για τη
δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην
εναγομένη.
Η τελευταία, όμως, εκπροσωπήθηκε, κατά τη δικάσιμο αυτή, μόνο για την υποβολή αιτήματος
αναβολής, το οποίο δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο (καθόσον η υπόθεση είχε, ήδη,
αναβληθεί μία φορά, στις 12-12-2008, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της
απόφασης, μη επιτρεπόμενης δεύτερης αναβολής, σύμφωνα με το άρθρο 241 ΚΠολΔ, σχετ.
5454/1994 Αρμ 1995.366, ΕΑ 2183/1993 Δ 1994.285) και αποχώρησε από τη συζήτηση.
Συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρο 28Q παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον η αναβολή της
συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση ως προς όλους
τους διαδίκους (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), η συζήτηση, ωστόσο, να προχωρήσει σαν να ήταν
παρούσα και η εναγομένη, μετά την τροποποίηση των άρθρων 270 και 271 ΚΠολΔ και την
κατάργηση του τεκμηρίου ομολογίας της παρ. 3 του άρθρου 271 ΚΠολΔ, από τα άρθρα 12 και
13 του Ν. 2915/2001.
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία "Οι Ελληνες είναι ίσοι
ενώπιον του νόμου", καθιερώνεται όχι μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον των
νόμων αλλά και η έναντι τούτων ισότητα του νόμου, δεσμεύοντας έτσι και το νομοθέτη, ο
οποίος, στη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν
μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετική μεταχείριση τούτων, εισάγοντας εξαιρέσεις και
προβαίνοντας σε οποιαδήποτε διάκριση, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση αυτών δεν είναι
αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η
συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "καθένας έχει
το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην
κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα
των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη".
Σκοπείται, δηλαδή, με τη διάταξη αυτή η κατοχύρωση της ελεύθερης ανάπτυξης της
προσωπικότητας του ατόμου, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της αξιοπρέπειας του και
πραγματώνεται με την ελευθερία του για την αδέσμευτη, μέσα στα όρια που ορίζονται με τη
διάταξη, επιχείρηση ενεργειών που αναφέρονται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική
δραστηριότητα του, η δε παρεχόμενη προστασία περιλαμβάνει, πρόδηλα, και την ανάπτυξη
της οικονομικής δραστηριότητας, που αφορά στην εκμετάλλευση της περιουσίας του προσώπου
(σχετ. ΟλΑΠ 26/2003" ΕλλΔνη 2003.1263, ΟλΑΠ 2/1997 Δ 1998.1006, ΑΠ 799/2004 ΕλλΔνη
2006.1428).
Εξάλλου, σύμφωνα με άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, κανένας δε στερείται την ιδιοκτησία
του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχτεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και
όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που ανταποκρίνεται
στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο, κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο,
ενώ, κατά το άρθρο 18 παρ. 5 του Συντάγματος, μπορεί να προβλεφθεί με νόμο και κάθε άλλη
στέρηση της ελεύθερης χρήσης και κάρπωσης της ιδιοκτησίας, που απαιτείται από τις
περιστάσεις.
Από τις παραπάνω διατάξεις, που αποβλέπουν στην προστασία της περιουσίας του φυσικού ή
νομικού προσώπου από κάθε στέρηση, την οποία αποτελεί όχι μόνο η αφαίρεση της κυριότητας
αλλά και ο ουσιώδης περιορισμός των εξουσιών του ιδιοκτήτη που απορρέουν από αυτή, αφού
χωρίς αυτές η ιδιοκτησία καθίσταται αδρανής και κενή ουσιαστικού περιεχομένου,
προκύπτει: α) ότι είναι επιτρεπτή, με διάταξη νόμου, η θέσπιση γενικών και
αντικειμενικών περιορισμών της ιδιοκτησίας, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης, προς
εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον αυτοί δε θίγουν τον πυρήνα του
δικαιώματος της ιδιοκτησίας, αναιρώντας ή αποδυναμώνοντας το σε μεγάλο βαθμό, είναι δε
αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος και β) ότι επιτρέπεται η
οριστική στέρηση ή αφαίρεση της ιδιοκτησίας (με ολική μετάθεση της κυριότητας του
πράγματος σε άλλο πρόσωπο ή δημιουργία άλλου εμπράγματου δικαιώματος), με πράξη της
πολιτείας, μόνο αν επιβάλλεται προς θεραπεία δημόσιας ωφέλειας, εφόσον προηγηθεί της
κατάληψης η καταβολή πλήρους αποζημίωσης, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια
(σχετ. ΟλΑΠ 40/1998 ΕλλΔνη 1999.230, ΟλΑΠ 19/2002 ΕλλΔνη 2002.1012, ΑΠ 799/2004 ΕλλΔνη
2004.1428, Ολ ΑΠ 896/1985 ΝοΒ 1985.1395, Ολ ΣτΕ 3521/1992 ΝοΒ 1993.792, Γ.
Κασιμάτης, Η απόφαση 40/1998 της Ολομέλειας του ΑΠ. Οι βάσεις εφαρμογής της αρχής
σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου και της εγγύησης της ιδιοκτησίας, ΝοΒ
1999.705).
Η προστασία που παρέχεται με τις διατάξεις αυτές δεν είναι απόλυτη, διότι είναι
επιτρεπτή η επιβολή νομοθετικών περιορισμών, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και
δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος.
Ορος, όμως, της παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο, από αυτούς, σεβασμός της
αρχής της αναλογικότητας.
Η αρχή αυτή, ως γενική αρχή του δικαίου αναγνωριζόμενη πάγια, ως ισχύουσα, από τη
νομολογία των δικαστηρίων, και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με
την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 από την Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή, απαιτεί από το
νομοθέτη, οι περιορισμοί που επιβάλλει στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, να
οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας
του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Ειδικότερα, για την περίπτωση της στέρησης της ιδιοκτησίας, η οποία μπορεί να είναι και
πρόσκαιρη και να συνίσταται σε ουσιώδη περιορισμό της ευχέρειας χρήσης και κάρπωσης, για
την οποία ειδικά προνοεί το άρθρο 18 παρ. 5 του Συντάγματος, η αρχή της αναλογικότητας
οδηγεί στη διαμόρφωση μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των απαιτήσεων του δημόσιου
συμφέροντος υπέρ του κοινωνικού συνόλου και της επιτασσόμενης προστασίας της ιδιοκτησίας
ως ατομικού δικαιώματος (σχετ. ΟλΑΠ 2/1997 Δ 1998.1006, ΑΠ ΑΠ 799/2004 ΕλλΔνη
2006.1428).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για
την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ. ΝΔ
53/1974, που έθεσε εκ νέου σε ισχύ τη Σύμβαση μετά την καταγγελία του αρχικού κυρ. ν.
2329/1953 κατά τη στρατιωτική δικτατορία, προσδίδοντάς της την υπερνομοθετική ισχύ του
άρθρου 28 Συντάγματος), "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της
περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό
τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι
προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγωσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι
Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον, προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το
δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται η αυτόνομη σημασία της περιουσίας κάθε φυσικού και
νομικού προσώπου, η οποία είναι ανεξάρτητη από την τυπική έννοια του εθνικού δικαίου
(σχετ. ΕΔΔΑ απόφαση της 8-7-2008 Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά Τουρκίας, no 14340/2005,
ΕΔΔΑ Beyeler κατά Ιταλίας, αριθμ. 332002/96 παρ. 100).
Με την έννοια αυτή, κάθε μέτρο παρέμβασης στο δικαίωμα στο σεβασμό της περιουσίας πρέπει
να τηρεί μια "δίκαιη ισορροπία" μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της
κοινότητας και των επιταγών της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου (σχετ.
ΕΔΔΑ απόφαση της 23-9-1982, Sporrong et Lonnroth κατά Σουηδίας, serie A no. 52, σελ. 26
παρ. 69).
Για να εκτιμηθεί αν το επίδικο μέτρο σέβεται την απαιτούμενη δίκαιη ισορροπία και,
ειδικότερα, αν δε δημιουργεί δυσανάλογο βάρος σε ένα πρόσωπο, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι
διατυπώσεις της αποζημίωσης, που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, έτσι ώστε, χωρίς
την καταβολή ποσού ανάλογου της αξίας του πράγματος, η στέρηση της ιδιοκτησίας να
συνιστά μια υπερβολική προσβολή, που δε θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στη βάση της
διάταξης του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (σχετ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 15-7-2005, no.
16163/2002, ΕΔΔΑ, απόφαση της 17-1-2002, Τσιρικάκης κατά Ελλάδας, no. 46355/1999, ΕΔΔΑ,
απόφαση της 14-2-2006, no. 36188/2003, ΕΔΔΑ, απόφαση της 14-10-2004, no. 67629/2001,
σχετ. επ.,
ιδίως ως προς την έννοια της ύπαρξης της δημόσιας ωφέλειας για τη στέρηση της
ιδιοκτησίας και τα όρια αυτής: ΕΔΔΑ, απόφαση της 21-2-1986, James και λοιποί κατά
Ηνωμένου Βασιλείου, ΕΔΔΑ, απόφαση της 20-11-1995, Pressos Compania Naviera S.A. και
λοιποί κατά Βελγίου, ΕΔΔΑ, απόφαση της 9-1-2007, Μεγάλη του Γένους Σχολή κατά Τουρκίας,
no. 34478, ΕΔΔΑ, Jahn και λοιποί κατά Γερμανίας, no. 46720/1999, 72203/2001 και
72552/2001, βλ. τελ. Β. Καράκωστα, Περιουσία και υπερνομοθετική προστασία της σε Δ.
2005.547, Χ. Σατλάνη, Η προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας - περιουσίας με βάση
κυρίως τη νομολογία του ΕΔΔΑ, Αρμ 2007.1877).
Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 590/1977 "Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας
της Ελλάδος" ορίζεται ότι: "1. Εκκλησιαστικά κτίρια, προοριζόμενα διά την εγκατάστασιν
γραφείων Μητροπόλεων ή Ενοριών ή διά κατοικίαν Αρχιερέων ή Εφημερίων και ανεγερθέντα ή
αποκτηθέντα δι εισφορών Μονών και Ναών ή εξ εράνων ή ειδικών φορολογιών, φερόμενα δε επ΄
ονόματι Φυσικών ή Νομικών Προσώπων, πλην του Δημοσίου, μεταβιβάζονται υποχρεωτικώς εις
το ποιουμενον χρήσιν Νομικόν Πρόσωπον της Μητροπόλεως ή Ενορίας, δι απλής ενώπιον
συμβολαιογράφου δηλώσεως, συντασσόμενης και μεταγραφόμενης ατελώς.
Τα αυτά ισχύουν και διά τα κτίρια της Ιεράς Συνόδου, των λοιπών αυτοτελών Συνοδικών
Υπηρεσιών και της Αρχιεπισκοπής Αθηνών", ενώ, στη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της
28.11/2.12.1968, ορίζεται ότι: "Αι υπό των Αστικών εν γένει Νόμων και των ουσιαστικών
διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενα) εις το δημόσιον προνομίαι ή
τεθεσπισμέναι ειδικαί προστατευτικαί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των
Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφ' όσον αι τυχόν υφιστάμενοι αντίστοιχοι δια τους
οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεραι ή ευνοϊκώτεραι των επί του
Δημοσίου ισχυουσών".
Από την ερμηνεία των προεκτεθεισών διατάξεων του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 590/1977 και
του άρθρου 3 του ν.δ. της 28.11/2.12.1968, προκύπτουν τα εξής: (1) Όλα τα "
εκκλησιαστικά κτίρια, που προορίζονται για τους αναφερόμενους στη διάταξη της παρ. 1 του
άρθρου 62 ν. 590/1977 σκοπούς, μεταξύ των οποίων και για κατοικία αρχιερέων ή εφημέριων,
και φέρονται ως κυριότητας οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, μεταβιβάζονται
υποχρεωτικά, με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση προσώπου που δεν ορίζεται από τη
διάταξη αυτή και, συνεπώς, τόσο του φερόμενου ιδιοκτήτη (ο οποίος, αρνούμενος, μπορεί να
καταδικαστεί σε δήλωση βούλησης κατά τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ) όσο και του υπέρ ου η
διάταξη ΝΠΔΔ -δηλαδή της Εκκλησίας της Ελλάδας, των Μητροπόλεων, των Ενοριών και των
Ενοριακών Ναών, των Μονών, αλλά και των υπόλοιπων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο
άρθρο 1 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας-, που πρέπει να μεταγραφεί, με την
προϋπόθεση ότι έχουν ανεγερθεί ή αποκτηθεί, διαζευκτικά: α) με εισφορές μονών ή ναών, ή
β) από εράνους ή γ) με ειδικές φορολογίες και (2) από τη ρύθμιση αυτή εξαιρείται το
Ελληνικό Δημόσιο και, συνεπώς, κατά τα οριζόμενα στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 3 του
ν.δ. 28.11/2.12.1968, και οι ΟΤΑ, οι οποίοι απολαμβάνουν, ως προς το ζήτημα αυτό, των
προνομίων του Δημοσίου.
Η παραπάνω, όμως, διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 62 ν. 590/1977, κατά το μέρος της που
αφορά στη δυνατότητα σύστασης ή μετάθεσης κυριότητας εκκλησιαστικού κτιρίου
προοριζόμενου για κατοικία Αρχιερέων (μόνο ζήτημα που αποτελεί και το κρινόμενο στη
συγκεκριμένη περίπτωση) με μονομερή δήλωση, αντίκειται στις προαναφερόμενες διατάξεις
των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος καθώς και στη διάταξη του
άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για τους παρακάτω λόγους: 1) κατά τα
οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 1033 έως 1093 του Αστικού Κώδικα, που είναι
ενταγμένες στο Τέταρτο Κεφάλαιο με τον τίτλο "Κτήση Κυριότητας" του Κώδικα αυτού,
προβλέπονται ως, καταρχήν, τρόποι κτήσης κυριότητας ακινήτου από ιδιώτες φυσικά ή νομικά
πρόσωπα, αφενός μεν, η σύναιμη σύμβασης και η μεταγραφή αυτής (με τις επιμέρους έννομες
συνέπειες, ενοχική και εμπράγματη, αυτών), αφετέρου δε, η χρησικτησία, τακτική (με
νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, καλή πίστη και υπερδεκαετή νομή) και έκτακτη (με
υπερεικοσαετή νομή, χωρίς άλλες προϋποθέσεις).
Στην περίπτωση που δημιουργείται οποιαδήποτε αντιδικία ως προς την κυριότητα ακινήτων,
σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 70 ΚΠολΔ και 1094
ΑΚ, αυτή επιλύεται κυριαρχικά από τα δικαστήρια, τα οποία κατόπιν ακρόασης όλων των
διάδικων μερών, αποφαίνονται για την ουσία της υπόθεσης.
Με τους παραπάνω τρόπους, δηλαδή με τη σύμβαση, την πολυετή άσκηση πράξεων νομής (που
φτάνει μάλιστα μέχρι τα είκοσι έτη, όσο, δηλαδή, και η θεσπιζόμενη, απώτατη, παραγραφή
δικαιώματος) και την έκδοση δικαστικών αποφάσεων, κατόπιν ακρόασης όλων των διάδικων
μερών και με πλήρη αιτιολογία, δημιουργείται στον εξωτερικό κόσμο ένα γεγονός υπαρκτό
στην εμπειρική πραγματικότητα, ένα γεγονός, δηλαδή, που μπορεί, ασφαλώς, ο καθένας, και
δη ο ενδιαφερόμενος πολίτης και φερόμενος κύριος κάθε ακινήτου, να παρακολουθήσει και να
κατανοήσει και, με τον τρόπο αυτό, εμπεδώνεται το Δίκαιο και η κοινωνική τάξη.
Οποιαδήποτε διαφοροποίηση από τα παραπάνω, με την οποία να εισάγεται διαφορετική
αντιμετώπιση φυσικού ή νομικού προσώπου και να καθιερώνονται υπέρ αυτού προνόμια σε
βάρος άλλου, πρέπει, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, να δικαιολογείται βάσει της
υπέρτερης αρχής του δημόσιου συμφέροντος.
Η ύπαρξη όμως δημόσιου συμφέροντος, που να επιβάλλει τη διαφορετική αντιμετώπιση των
παραπάνω ΝΠΔΔ, αφενός μεν, από όλα τα υπόλοιπα ΝΠΔΔ (αλλά και το ίδιο το Ελληνικό
Δημόσιο, για το οποίο δεν προβλέπεται τέτοια ειδική ρύθμιση για τις κατοικίες των άμεσων
οργάνων του), αφετέρου δε, από τους ιδιώτες (φυσικά και νομικά πρόσωπα, που δεν χαίρουν
ειδικών προνομίων) δε διαπιστώνεται στην κρινόμενη διάταξη, καθόσον ο προορισμός και
μόνο μίας ιδιοκτησίας, που (φέρεται να) ανήκει σε τρίτο, υπό την έννοια ότι ο τελευταίος
μπορεί να έχει και νόμιμο τίτλο αυτής, για τη στέγαση των αρχιερέων και εφημέριων, δεν
μπορεί να δικαιολογήσει τη μονομερή σύσταση ή μετάθεση της κυριότητας, χωρίς τη σύμπραξη
του φερόμενου κυρίου και χωρίς την έκδοση δικαστικής απόφασης, υπό την έννοια ότι τούτο
αποτελεί δυσανάλογο μέτρο, το οποίο περιορίζει υπέρμετρα ή αποκλείει το φερόμενο κύριο
από την εκμετάλλευση της περιουσίας του και τη δικαστική διεκδίκηση των συμφερόντων του,
δημιουργώντας μια (νέα) εμπειρική (ασφαλώς διαγνώσιμη) πραγματικότητα με τη μεταγραφή
ενός (νέου) τίτλου, τον οποίο, ενδεχομένως, ο ενδιαφερόμενος να πληροφορηθεί μετά την
πάροδο πολλών ετών, ενώ συνεχίζει να ασκεί όλα τα δικαιώματα του που απορρέουν από την
κυριότητα του, πιστεύοντας ότι ο ίδιος είναι κύριος αυτού.
Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη, που αντιμετωπίζει χωρίς αντικειμενικά κριτήρια και χωρίς να
λάβει υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που συνδέονται με τη
ρυθμιζόμενη κατάσταση, μέσα στα όρια της αρχής της ισότητας, αντίκειται στον κανόνα του
άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ο οποίος δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας
κατά την ενάσκηση της ανατεθείσας σε αυτά από το Σύνταγμα λειτουργίας και δε
διασφαλίζει, με ίσους όρους, την πραγμάτωση του - Κράτους και την ελεύθερη ανάπτυξη της
προσωπικότητας του Πολίτη, 2) η εν λόγω διάταξη, ασαφής στο σύνολο της, δημιουργεί
σύγχυση ως προς τα όρια εφαρμογής της, δοθέντος ότι επιτρέπει τη μονομερή σύσταση ή
μετάθεση κυριότητας οποιουδήποτε ακινήτου, προορισμένου σε οποιοδήποτε χρόνο, για την
κατοικία αρχιερέων ή εφημέριων, κατά την κρίση του ίδιου του ωφελούμενου, και
αποκτηθέντος με τρεις εναλλακτικούς τρόπους, ακόμα και χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε
αποδεικτικού μέσου στοιχειοθέτησης των προϋποθέσεων αυτών, που μπορεί να ανατρέχουν και
σε δεκάδες χρόνια από τη σημερινή, εμπειρική, πραγματικότητα.
Με τον τρόπο, όμως, αυτό περιορίζεται υπέρμετρα η οικονομική ελευθερία των φυσικών αλλά
και νομικών προσώπων (κυρίων, που απέκτησαν με νόμιμο τίτλο, οποτεδήποτε το ακίνητο) που
μπορούν να λάβουν γνώση μόνο της υφιστάμενης και αποδεικνυόμενης πραγματικότητας (δηλαδή
της πραγματικής και νομικής κατάστασης που υπάρχει σε οποιοδήποτε χρόνο και
δημιουργείται με τους παραπάνω αναφερόμενους τρόπους), κατά την οποία φέρεται ότι ένα
ακίνητο ανήκει σε συγκεκριμένο πρόσωπο.
Αλλά, ακόμα και εάν γνωρίζουν την ιστορία του ακινήτου και ότι, πράγματι, αυτό είχε
προοριστεί (κατά την κατασκευή του) για κατοικία αρχιερέων ή εφημέριων, δημιουργείται,
από την κρινόμενη διάταξη, συνεχής ανασφάλεια ως προς το (επισφαλές) ιδιοκτησιακό τους
καθεστώς και περιορισμός, κατά τούτο, της οικονομικής τους ελευθερίας, που προϋποθέτει,
μεταξύ άλλων, και τη σταθερότητα των υφιστάμενων δικαιωμάτων τους.
Τούτο δε, καθόσον παρέχεται στα παραπάνω αναφερόμενα ΝΠΔΔ η δυνατότητα, χωρίς να
αμφισβητήσουν δικαστικά την πραγματική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί και χωρίς να
ελεγχθούν οι ισχυρισμοί τους, να μεταθέσουν μονομερώς την κυριότητα, ως φερόμενο
εμπράγματο δικαίωμα άλλου προσώπου, βλάπτοντας κατά τούτο τα οικονομικά συμφέροντα και
την περιουσία τρίτων, σε βάρος των οποίων επέρχεται, χωρίς τη γνώση τους, η μετάθεση
αυτή, χωρίς, ωστόσο, να δικαιολογείται αυτό, αντικειμενικά, από την ύπαρξη υπέρτερου
δημόσιου συμφέροντος, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος,
και 3) Η εν λόγω διάταξη, επιτρέποντας τη μετάσταση κυριότητας, με τη δημιουργία νόμιμου
τίτλου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η βούληση προς τούτο του φερόμενου ως κυρίου του
ακινήτου, μπορεί, σύμφωνα με τη λογική πορεία των πραγμάτων, να οδηγήσει στην
απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας φυσικού ή νομικού προσώπου, προς όφελος του δηλούντος, χωρίς
την ύπαρξη δημόσιου προς τούτο συμφέροντος και χωρίς την προκαταβολή αποζημίωσης, όπως
επιτάσσει το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου
Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν. Τούτο δε, καθόσον,
ακόμα και στην περίπτωση που πράγματι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της κρινόμενης
διάταξης και, βάσιμα (παρότι δικαστικά ανέλεγκτα), μπορεί να υποστηριχτεί ότι το επίδικο
κτίσμα είναι προορισμένο για- τους σκοπούς που αυτή καθορίζει και, επιπλέον, ανεγέρθηκε
με εισφορές των μονών ή με εράνους ή με ειδική φορολογία (η οποία δεν προσδιορίζεται),
το γεγονός αυτό, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ, δεν
αρκεί για την κτήση κυριότητας, δοθέντος ότι το εν λόγω κτίσμα μπορεί να ανεγέρθηκε σε
οικόπεδο τρίτου (πολλαπλάσιας, μάλιστα, αξίας από αυτή του κτίσματος), οπότε αποτελεί
συστατικό του και δε νοείται να είναι χωριστό αντικείμενο κυριότητας, κατ' άρθρα 953 και
954 περ. 1 ΑΚ, έτσι ώστε η μονομερής μετάσταση της κυριότητας του (κτίσματος και, κατά
λογική αναγκαιότητα, του οικοπέδου όπου ανεγέρθηκε) να δημιουργεί, de facto, ένα νέο
τρόπο κτήσης κυριότητας (που επιτρέπει η κρινόμενη αυτή διάταξη), ο οποίος δεν
αναγνωρίζεται από το σύνολο του δικαίου σε κανένα φυσικό ή νομικό Γ πρόσωπο (σχετ. και η
διάταξη του άρθρου 1010 ΑΚ, όπου προβλέπονται 1 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη
μετάθεση κυριότητας στην περίπτωση όπου ο τρίτος ανεγείρει καλόπιστα σε τμήμα άλλου
ακινήτου, που δεν του ανήκει, και δύναται αυτό να του επιδικαστεί, κατόπιν εύλογης
αποζημίωσης του τρίτου, μόνο κατόπιν δικαστικής κρίσης της υπόθεσης).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ και ν. 8 παρ. 1, κωδ. [7.39], 9
παρ. 1 Βασ. [50.14], 1 κωδ. [7.31], 7 παρ. 1 και 2 κωδ. [7.39] και 14 κωδ. [11.61] του
προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 65
ΕισΝΑΚ στην έκτακτη χρησικτησία, όταν αυτή συμπληρώνεται πριν την εισαγωγή του Αστικού
Κώδικα ή και μετά την εισαγωγή αυτού πριν όμως συμπληρωθεί εικοσαετία, προκύπτει ότι υπό
την ισχύ του Αστικού Κώδικα εκείνος, που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα
ακίνητο γίνεται κύριος αυτού, υπό δε την ισχύ του προϊσχύσαντος β.ρ. δικαίου, κύριος
ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, γίνεται αυτός που το έχει στην καλόπιστη νομή του για
μια τριακονταετία. Είναι δυνατό δε, να προσμετρηθεί στο χρόνο της χρησικτησίας του νομέα
και ο χρόνος του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να συμπληρωθεί ο νόμιμος χρόνος της
έκτακτης χρησικτησίας και να γίνει κύριος του πράγματος.
Σε τέτοια περίπτωση, αν με το συνυπολογισμό του χρόνου πριν από τον Αστικό Κώδικα
υπολείπεται για τη συμπλήρωση της τριακονταετίας χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα
εφαρμοστεί το τέως δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του
δικαιοπαρόχου και θα συμπληρωθεί με το συνυπολογισμό του χρόνου που υπολείπεται υπό την
ισχύ του Αστικού Κώδικα, αν δε, αντίθετα, υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος, θα εφαρμοστεί
ο Αστικός Κώδικας και η καθοριζόμενη από αυτόν εικοσαετία θα αρχίσει από 23.2.1946
(σχετ. ΑΠ 1370/2006 ΕλλΔνη 2009.1425, ΑΠ 17/2004 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 3362/2006 ΕλλΔνη
2007.636, ΕΘ 3192/1991 Αρμ 1992.725).
Εξάλλου, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου [ν. 8 και
παρ. 1 Κώδ. (7.39), Βασιλ. 9 (50.14), ν. πρ. παρ. 3, 10, 15 και 48, Πανδ. (41.3)], όσο
και κατά τον Αστικό Κώδικα (άρθρο 1041), για την κτήση κυριότητας ακινήτων με τακτική
χρησικτησία απαιτείται νόμιμος τίτλος, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή σύμφωνα
με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 4 ν. Τ/1856 και 1033 ΑΚ, καλή πίστη και νομή ακινήτου
για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών. Ο νόμιμος τίτλος πρέπει να υπάρχει κατά την
έναρξη της νομής του χρησιδεσπόζοντος, χωρίς δε τη μεταγραφή δεν υπάρχει νόμιμος τίτλος.
Συνεπώς, ο χρόνος της τακτικής χρησικτησίας αρχίζει μόνο από το χρόνο της μεταγραφής και
όχι από τη χρονολογία του μεταβιβαστικού συμβολαίου ή από το χρόνο προ της μεταγραφής,
οπότε ο νομέας άρχισε να νέμεται το ακίνητο (σχετ. ΑΠ 783/1992 ΕΕΝ 1993.576, ΑΠ 414/1981
ΝοΒ 30.27, ΕΑ 3362/2006 ΕλλΛνη 2007.636).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 982, 1045, 1095 και 810, 816, 817 ΑΚ,
προκύπτει ότι σε σύμβαση χρησιδανείου, που φέρει ενοχικό χαρακτήρα και μπορεί να
καταρτιστεί και άτυπα έστω και αν αφορά σε ακίνητο (σχετ. ΑΠ 757/2008 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ
672/2005 ΕλλΔνη 2005.1491), αν ο χρήστης είναι κύριος του χρησιδανεισθέντος πράγματος,
μπορεί να αναζητήσει αυτό με τη διεκδικητική αγωγή και πριν από τη λήξη του δικαιώματος
προς χρήση, αφότου ο χρησάμενος αντιποιείται τη νομή και έπαυσε να κατέχει το πράγμα για
λογαριασμό εκείνου και το νέμεται για δικό του λογαριασμό, γεγονός που πληροφορήθηκε ο
χρήστης (σχετ. Ολ ΑΠ 805/1973 ΝοΒ 22.319, ΑΠ 463/2004 ΧρΙΔ 2004.700, ΑΠ 260/1991 ΕΕΝ
1992.152, ΕΠατρ 274/2004 ΑχΝομ 2005.149).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων εκθέτει ότι, περί το 1827, κατόπιν αγοραπωλησίας
(χωρίς τίτλο και μεταγραφή αυτού, καθόσον δεν είχε ακόμα ιδρυθεί το Υποθηκοφυλακείο
Ερμούπολης), απέκτησε ένα ακίνητο - οικόπεδο, εμβαδού 550 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση
"......." της ......................., επί της οδού ....... (όπου και η είσοδος του),
της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..............., με την υπάρχουσα σε αυτό οικία,
την οποία, κατά τα έτη 1868-1870, κατεδάφισε και ανήγειρε στη θέση της νέα διώροφη
κατοικία, συνολικής αξίας 1.200.000 ευρώ, όπως ειδικά περιγράφεται στην αγωγή.
Ακολούθως, εκθέτει ότι η εν λόγω κατοικία κατασκευάστηκε, κατόπιν παράκλησης της
εναγομένης και με τη σύμφωνη γνώμη της Δημογεροντίας, προκειμένου να διαμένει σε αυτή,
όταν επισκεπτόταν τη Σύρο, ο Αρχιεπίσκοπος Σύρου και Τήνου και χρησιμοποιείται έκτοτε,
και μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως μητροπολιτική κατοικία, βάσει της αρχικά συναφθείσας
σύμβασης παράκλησης (κατά τις διατάξεις του β.ρ. δικαίου) και, ακολούθως, βάσει σύμβασης
χρησιδανείου.
Ισχυριζόμενος, τέλος, ότι η εναγομένη αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητας του στο επίδικο
ακίνητο, που απέκτησε με τα προσόντα της τακτικής, άλλως της έκτακτης χρησικτησίας,
ενεργώντας, με καλή πίστη, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του
πράξεις νομής, από το 1827 μέχρι την άσκηση της αγωγής, δηλώνοντας αυτό στο Κτηματολόγιο
και προβαίνοντας στην κατ' άρθρο 62 του ν. 590/1977 μονομερή, συμβολαιογραφική δήλωση
κυριότητας (γεγονός που ο ενάγων πληροφορήθηκε την 21-5-2003) και αντιποιήθηκε τη νομή
του, συνεχίζοντας να το χρησιμοποιεί όχι δυνάμει της ενεργούς σύμβασης χρησιδανείου αλλά
ως κυρία αυτού, ζητεί: α) να αναγνωριστεί η κυριότητα του στο επίδικο ακίνητο (οικόπεδο
με διώροφη οικοδομή), που ήδη έχει καταγραφεί στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο
Ερμούπολης Σύρου με ΚΑΕΚ 290451718001/0/0, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη και κάθε τρίτος,
που έλκει ή εξαρτά δικαιώματα από αυτήν, να του αποδώσει το επίδικο ακίνητο,
διατασσόμενης της βίαιης αποβολής της, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της, γ) να διαταχτεί
η διόρθωση της αρχικής κτηματολογικής εγγραφής, έτσι ώστε κύριος αυτού να φέρεται ο
ενάγων και δ) επικουρικά, στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή η διόρθωση της εγγραφής
στο Κτηματολόγιο και η απόδοση της νομής του επίδικου, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του
καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσης της αγωγής, το ποσό των 1.200.000 ευρώ,
λόγω της παράνομης και αντισυμβατικής παραπάνω εκτεθείσας συμπεριφοράς της.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται
για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 6 παρ. 2 εδ. α' του ν. 2664/1998,
9, 10, 11 αρ. 1, 18 παρ. 2 και 29 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία, καθόσον: α)
ασκήθηκε εμπρόθεσμα, κατ' άρθρα 6 παρ. 1 σε συνδ. με 1 παρ. 3 του ν. 2664/1998, όπως
ισχύει μετά την τροποποίηση του από τους ν. 3127/2003 και 3559/2007 (καθότι με την
339/16-11-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ, ΦΕΚ Β' της 24-11-2005,
ορίστηκε ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή η 24-11-2005), β)
καταχωρήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρα 12 παρ. 1
περ. ιβ και παρ. 5 και 13 παρ. 2 εδ. 4 του ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την
τροποποίηση του από τους ν. 3127/2003 και 3559/2007, στο οικείο κτηματολογικό φύλλο
(σχετ. το 67/15-1-2008 πιστοποιητικό καταχώρησης του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου -
Ερμουπόλεως), γ) αντίγραφο αυτής κοινοποιήθηκε στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού
Γραφείου Ερμούπολης Σύρου, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την
τροποποίηση του από τους ν. 3127/2003 και 3559/2007 (σχετ. η 11.508/15-1-2008 έκθεση
επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Σύρου Ειρήνης
Ανυσίου), και δ) προσκομίζονται, κατ' άρθρο 214Α παρ. 1, 2, 7 και 8 ΚΠολΔ, οι από 20-6-
2008, 26-6-2008 και 11-7-2008 κοινές δηλώσεις (πρακτικά) διαπίστωσης της αποτυχίας
απόπειρας συμβιβασμού, που υπογράφονται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων.
Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στις εκτεθείσες νομικές
σκέψεις, καθώς και σε αυτές των άρθρων 947, 948, 1045, 1110 ΑΚ, ν. 19 παρ. 2 Πανδ.
43.26, ν. 2 παρ 2 Πανδ. 43.25 του β.ρ. δικαίου (ως προς τη "σύμβαση παράκλησης" του β.ρ.
δικαίου και το δικαίωμα ελεύθερης ανάκλησης της, σχετ. ΑΠ 460/1977 ΝοΒ 26.45, Τούση,
Εμπράγματον Δίκαιον, παρ. 56) και 191 αρ. 2 σε συνδ. με 176 εδ. α' ΚΠολΔ, πλην των
παρακάτω αιτημάτων, τα οποία είναι μη νόμιμα και, συνεπώς, απορριπτέα: α) της
αναγνώρισης της κυριότητας του ενάγοντος (και απόδοσης του επίδικου πράγματος), κατά το
μέρος που ζητείται κατά τις διατάξεις περί τακτικής χρησικτησίας, καθόσον, όπως
ιστορείται στην ένδικη αγωγή, ο ενάγων Δήμος ουδέποτε απέκτησε νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο
του επίδικου ακινήτου (δηλαδή νόμιμα μεταγραμμένο συμβολαιογραφικό τίτλο, μετά την ισχύ
του νόμου περί μεταγραφής και ίδρυσης του υποθηκοφυλακείου της Ερμούπολης το 1857), όπως
απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 4 ν. Τ/1856 του προϊσχύσαντος β.ρ.
δικαίου και άρθρων 1033 σε συνδ. με 1041 και 1043 του ισχύοντος ΑΚ, κατά τα αναφερόμενα
στην παραπάνω μείζονα σκέψη, β) του παρεπόμενου αιτήματος περί βίαιης αποβολής και
εγκατάστασης του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, στην περίπτωση μη συμμόρφωσης της
εναγομένης στο διατακτικό της απόφασης, καθόσον η (άμεση) αναγκαστική εκτέλεση της
(τελεσίδικης και εκτελεστής) απόφασης, που διατάσσει την απόδοση ακινήτου, συντελείται
ευθέως, κατ' άρθρο 943 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την αποβολή του καθού από το ακίνητο και την
εγκατάσταση σ' αυτό του υπέρ ου η εκτέλεση από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή (ο οποίος
έχει τις εξουσίες του άρθρου 929 ΚΠολΔ), κατόπιν εντολής του πληρεξούσιου δικηγόρου του
υπέρ ου η εκτέλεση, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, χωρίς να απαιτείται διαταγή του
δικαστηρίου και γ) του επικουρικού αιτήματος περί χρηματικής αποζημίωσης του ενάγοντος
στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στο κτηματολόγιο και
η απόδοση του επίδικου ακινήτου, καθόσον κανένα σχετικό λόγο δεν επικαλείται ο ενάγων,
που να στηρίζει κατά το νόμο το παραπάνω αίτημα του (αναφέρει: "... στην περίπτωση που
ήθελε κριθεί ότι η διόρθωση της εγγραφής στο κτηματολόγιο και η απόδοση της νομής του
επίδικου ακινήτου δεν είναι για κάποιο λόγο δυνατή ...", σελ. 41 αγωγής), ούτε και
υφίσταται τέτοιος λόγος, με βάση τα ιστορούμενα πραγματικά γεγονότα (όπως αυτά
εντάσσονται στους παραπάνω εφαρμοζόμενους κανόνες δικαίου), τα οποία, αν αποδειχτούν
βάσιμα, οδηγούν στην παραδοχή των ένδικων αιτημάτων και στην πλήρη προστασία της
κυριότητας του ενάγοντος, που παρέχει κάθε δικαστική απόφαση, που εκτελείται στο όνομα
του Ελληνικού Λαού.
Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, κατά το μέρος της που κρίθηκε
νόμιμη, χωρίς να απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 276 παρ. 1 του
ν. 3463/2006).
Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων: α) του μάρτυρα, που εξετάστηκε ενώπιον του
Δικαστηρίου τούτου κατά πρόταση του ενάγοντος και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την
παρούσα πρακτικά, και β) των μαρτύρων ............................ του ............,
............................. του ....... και ......................... του
..................., που εξετάστηκαν, με τη φροντίδα του ενάγοντος, ενώπιον της
συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μαρίας Τσάντα -Χρηστίδη, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της
εναγομένης (σχετ. οι 4562 από 5-10-2009 και 4587 από 20-10-2009 εκθέσεις επίδοσης της
δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σύρου Μαρίας Ανυσίου) και καταχωρήθηκαν στις
5.768/12-10-2009, 5.769/12-10-2009 και 5.780/23-10-2009 πράξεις ένορκης βεβαίωσης της
παραπάνω συμβολαιογράφου καθώς και όλων των εγγράφων που προσκομίζει και επικαλείται
νομότυπα ο ενάγων, αποδεικνύονται τα εξής: Το 1827, η Δημογεροντία του τότε νεοσύστατου
οικισμού της Ερμούπολης Σύρου, αποκαλούμενη έκτοτε "Δημογεροντία Σύρας" (σχετ. Ανδρέα
Δρακάκη, "Ιστορία του Δήμου Ερμουπόλεως (Σύρας), έκδ. 1983, τ. β', σελ. 126), έλαβε,
κατόπιν άτυπης και μη μεταγραμμένης (ούτε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου περί
υποθηκοφυλακείων και μεταγραφών και την ίδρυση του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης το 1857)
αγοραπωλησίας, με χρήματα των Δημογερόντων της Σύρου, στη νομή της ένα ακίνητο -
οικόπεδο εμβαδού 550 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Μεταμόρφωση" της Ερμούπολης Σύρου,
της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ερμούπολης και επί της οδού ........... (όπου
βρίσκεται ήδη και η είσοδος του ακινήτου) και έχει σχήμα ακανόνιστου, επιμήκους
τραπεζίου, όπως απεικονίζεται στο ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής (σελ. 4β') από
7-1-2008 τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνολόγου μηχανικού
............................................, που συντάχτηκε στη βάση κτηματολογικού
διαγράμματος συντεταγμένων του Ο.Κ.Χ.Ε. κατά Ε.Γ.Σ.Α. '87 και φέρει την από 10-1-2008
θεώρηση του αρχιτέκτονα μηχανικού και διευθυντή των τεχνικών υπηρεσιών του Δ.
Ερμούπολης, ............................................, με τους αριθμούς και τα
κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα "1-Α-Β-Γ-Δ-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-1" και συνορεύει
περιμετρικά, σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, ως ακολούθως: βορειοδυτικά
ξεκινά από το σημείο "18" και συνεχίζει βορειοανατολικά, σε ευθεία γραμμή, στα σημεία
"18-17-16-15-14" συνολικού μήκους 25,80 μέτρων, συνορεύοντας, κατά το μήκος της, με τη
δημοτική κλιμακωτή οδό .......... (όπου η είσοδος του), νοτιοδυτικά ξεκινά από το σημείο
"14" και συνεχίζει σε νοτιοανατολική κατεύθυνση, σε ευθεία γραμμή, στα σημεία "14-13",
συνολικού μήκους 3 μέτρων, συνορεύοντας κατά το μήκος της με την ίδια παραπάνω δημοτική
οδό (Ομήρου), νοτιοανατολικά ξεκινά από το σημείο "13" και συνεχίζει σε βορειοανατολική
κατεύθυνση, σε ελαφρά τεθλασμένη γραμμή, στα σημεία "13-Δ-Γ-Β-Α-1", συνολικού μήκους
45,90 μέτρων, συνορεύοντας, κατά το μήκος της αυτό, με ακάλυπτο χώρο και, μετά από
αυτόν, με τον προαύλιο χώρο του Ι.Ν. της Μεταμορφώσεως και βορειοανατολικά ξεκινά από το
σημείο "1" και συνεχίζει σε βορειοδυτική - δυτική κατεύθυνση, σε ελαφρά τεθλασμένη
γραμμή, στα σημεία "1-22-21-20", συνολικού μήκους 11 μέτρων, συνορεύοντας, κατά το μήκος
αυτό, εν μέρει με ιδιοκτησία .......................... και εν μέρει με ιδιοκτησία
άγνωστων προσώπων. Το ίδιο έτος (1827), η Δημογεροντία Σύρας ανήγειρε στο επίδικο
οικόπεδο μια οικία, με έξοδα των δημογερόντων της Σύρου, την οποία, κατά τα έτη 1868-
1874, κατεδάφισε πλήρως ο ενάγων Δήμος, διάδοχος, από το 1833, της Δημογεροντίας (μετά
την κατάργηση του θεσμού των δημογερόντων δυνάμει του από 27-12-1833 δ/τος της τότε
αντιβασιλείας, σχετ. Ανδρέα Φραγκίδη, Ιστορία της νήσου Σύρου, έκδ. 1975, σελ. 456) και,
στη θέση "-' της, ανήγειρε νέα, διώροφη οικοδομή, που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του
επίδικου οικοπέδου, και υφίσταται, στη μορφή της αυτή, μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Συγκεκριμένα, ο τότε .............................., ως νόμιμος εκπρόσωπος του
ενάγοντος, έδωσε εντολή για την οικοδόμηση της νέας διώροφης κατοικίας, με δαπάνες του
ενάγοντος και στη βάση προϋπολογισμού που είχε συντάξει ο δημοτικός αρχιτέκτονας
........, και, αφού διενεργήθηκε μειοδοτικός διαγωνισμός από τον ενάγοντα, κατακυρώθηκε
το έργο στον αρχιτέκτονα - εργολάβο ..................και στον ασβεστοποιό
............... συνταγέντος του 2.527 από 13-7-1873 συμβολαιογραφικού συμφωνητικού του
συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ιωάννη Αθανασίου.
Τα παραπάνω αποδεικνύονται εναργώς από τα εξής (μεταξύ άλλων προσκομιζόμενων) έγγραφα:
α) το 2.527/1873 συμβολαιογραφικό συμφωνητικό, που αφορά στην εκτέλεση του έργου της
ανοικοδόμησης της παραπάνω οικίας, β) το από 10-1-1869 έγγραφο του Δημαρχεύοντος
Παρέδρου του Δήμου Ερμουπόλεως προς το μηχανικό του Δήμου για την εποπτεία σύνταξης
προϋπολογισμού του έργου, το 1900 από 7-2-1869 έγγραφο του Νομάρχη Κυκλάδων προς το
Δήμαρχο Ερμούπολης, που αφορά στην έγκριση της διενεργηθείσας μειοδοτικής δημοπρασίας,
όπου αναφέρει "... να φροντίσετε περί της εξασφαλίσεως των δημοτικών συμφερόντων... και
της εκτελέσεως του έργου...", γ) τον από 13-2-1869 προϋπολογισμό του έργου, που
συντάχτηκε από το μηχανικό του Δήμου, δ) το 56 από 13-2-1869, με αριθμό διεκπεραίωσης
779/15-2-1869, έγγραφο του μηχανικού του Δήμου ................προς τον τότε Δήμαρχο,
αναφορικά με τον προϋπολογισμό του έργου, ε) το από 15-2-1869 έγγραφο του παραπάνω
μηχανικού, με το οποίο ορίζονται οι όροι εκτέλεσης του έργου, στ) την από 18-2-1869
προσθήκη στον προϋπολογισμό του έργου, που συντάχτηκε από τον παραπάνω μηχανικό, ζ) την
931 από 20-2-1869 διακήρυξη του τότε Δημάρχου, με την οποία εκτέθηκε σε μειοδοτικό
διαγωνισμό το έργο της επισκευής του προαυλίου, η) την από 20-2-1869 δημοσίευση της
παραπάνω δημαρχιακής διακήρυξης στον οικείο πίνακα του Δήμου, θ) τα από 21, 22 και 23-2-
1869 πρακτικά μειοδοτικής δημοπρασίας για την επισκευή του προαυλίου του επίδικου
ακινήτου, που διενεργήθηκε ενώπιον του Δημάρχου ......................., ι) το 931 από
25-2-1869 και αριθμό διεκπεραίωσης 340 έγγραφο του τότε Δημάρχου προς τη Νομαρχία
Κυκλάδων, που αφορά στην έγκριση των πρακτικών της γενόμενης δημοπρασίας, ία) το 1034
από 8-3-1869 έγγραφο του τότε Δημάρχου προς το μηχανικό του έργου, με το οποίο του
αποστέλλει τα πρακτικά και αντίγραφο της εγκριτικής διαταγής του Νομάρχη, ιβ) το 67 από
2-4-1869 έγγραφο του τότε μηχανικού του Δήμου προς τον τότε Δήμαρχο Ερμούπολης, με το
οποίο απευθύνεται συνημμένα συμπληρωματικός προϋπολογισμός για τις δαπάνες του έργου,
ιγ) τον από 2-4-1869 προϋπολογισμό της απαιτούμενης δαπάνης για τα κριθέντα ως αναγκαία
έργα που αφορούν στην επίδικη οικία, ιδ) το από 7-4-1869 έγγραφο του τότε Δημάρχου προς
τη Νομαρχία Κυκλάδων, όπου αναφέρονται όλες οι γενόμενες αλλαγές στον προϋπολογισμό του
έργου, ιε) το 3.345 από 8-4-1869 έγγραφο του τότε Νομάρχη προς το Δήμαρχο Ερμούπολης,
όπου αναφέρεται ότι το Υπουργείο Εσωτερικών ενέκρινε το απαιτούμενο ποσό επιχορήγησης
του Δήμου Ερμούπολης προς επισκευή των δημοτικών καταστημάτων και ζητά την επίσπευση του
έργου της κατασκευής της επίδικης οικίας, ιστ) το 74 από 20-4-1869 έγγραφο του μηχανικού
του Δήμου, με το οποίο ανατίθενται στον έτερο δημοτικό μηχανικό
.......................................τα έργα επισκευής της οικίας, ιζ) το από 7-4-1873
έγγραφο του Δημάρχου Ερμούπολης προς το Δημοτικό Συμβούλιο, με το οποίο το ενημερώνει
για την ανάγκη ολοκληρωτικής ανακαίνισης της οικίας, ιη) την 1903 από 9-6-1873 διακήρυξη
του Δημάρχου Ερμούπολης, με την οποία, κατόπιν της 3.603 από 5-6-1873 διαταγής της
Νομαρχίας Κυκλάδων, τέθηκε σε δημοπρασία η ανέγερση της επίδικης νέας οικίας, ιθ) το από
3-7-1873 έγγραφο του εργολάβου .........., με το οποίο αποδέχτηκε τη διενέργεια του
επίδικου έργου της ανοικοδόμησης της οικίας, έναντι του ποσού των 26.428 δρχ., που
κατατέθηκε στο Δήμο και ιη) το από 4-7-1873, με αριθμό διεκπεραίωσης 2.233/5-7-1873,
έγγραφο του Νομάρχη Κυκλάδων προς τον τότε Δήμαρχο, που αναφέρεται στη διενεργηθείσα
κατά τα παραπάνω δημοπρασία και στον προϋπολογισμό της απαιτούμενης δαπάνης του έργου.
Το οίκημα αυτό ο ενάγων παραχώρησε, ήδη από την αρχική κατασκευή του, κατά χρήση στην
εναγομένη, κατόπιν παράκλησης της και σύμφωνα με τη βούληση των δημοτών της Ερμούπολης,
προκειμένου να χρησιμοποιείται ως κατοικία του εκάστοτε αρχιεπισκόπου Σύρου και Τήνου,
συναφθείσας, έτσι, άτυπης παρακλητικής σύμβασης του ισχύοντος (προ της εισαγωγής του ΑΚ)
βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, η οποία έδινε τη δυνατότητα στην εναγομένη αποκλειστικής
χρήσης του επίδικου ακινήτου (σύμφωνα με το σκοπό της παραχώρησης, δηλαδή ως κατοικία
του εκάστοτε αρχιεπισκόπου), παραμένοντας ο ενάγων κύριος αυτού (σχετ. ΑΠ 460/1977 ΝοΒ
26.45, όπου η παρακλητική σχέση δε μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του λαβόντος, Αντ..
Κιτσικόπουλος, Νομή και οιονεί νομή κατά τον Αστικόν Κώδικα και το προϊσχύσαν δίκαιον
και προσωρινά μέτρα επό νομής, εκδ. Δ. Πετσάλη (τυπογρ), Αθήνα, 1948, σελ. 255-256).
Η εν λόγω συμβατική σχέση των διαδίκων παρέμεινε, με την άτυπα δηλωμένη βούληση των
διαδίκων, μέχρι την άσκηση της αγωγής και μετασχηματίστηκε σε σύμβαση χρησιδανείου (μετά
την κατάργηση από την εισαγωγή του ΑΚ των σχετικών διατάξεων του β.ρ. δικαίου),
διεπόμενη, εφεξής, από τις διατάξεις των άρθρων 810 επ. ΑΚ, ενώ το επίδικο ακίνητο έγινε
γνωστό ως "μητροπολιτική" ή "επισκοπική" κατοικία.
Καθόλο το χρονικό διάστημα από το 1827 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, ο ενάγων, με
πλήρη πεποίθηση ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του, προέβαινε, συνεχώς, σε όλες
τις πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ως αστικού ακινήτου
ενώ, εξάλλου, η εναγομένη, σε πλείστες ευκαιρίες, απευθυνόταν ευθέως στον ενάγοντα με
την ιδιότητα του ως ιδιοκτήτη του ακινήτου, όπως τούτο προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις
των μαρτύρων όσο και από το πλήθος των εγγράφων, που προσκομίζει ο ενάγων.
Συγκεκριμένα, με το 266 από 6-11-1868 έγγραφό του ο τότε Αρχιεπίσκοπος Σύρου και Τήνου,
απευθυνόμενος στον τότε Δήμαρχο αναφορικά με την εκτέλεση του έργου της κατασκευής της
επίδικης κατοικίας αναφέρει ότι "... Το έργον τούτο, Κύριε Δήμαρχε, αφορών τον ωραϊσμόν
της Αρχιεπισκοπής ούσης δημοτικής ιδιοκτησίας, πεποίθαμεν ότι θέλετε επιδιώξει
δραστηρίως, το μεν διότι κατά τον Δημοτικόν Νόμον ο ωραϊσμός της πόλεως και των
δημοτικών καταστημάτων θεωρείται εκ των ουσιωδών του Δήμου καθηκόντων ... Το τοιούτον
θεωρούμεν αναρμόζον ουχί τόσον δι' ημάς, όσον δια την ημετέραν πόλιν και την του Δήμου
αξιοπρέπειαν" ενώ με το 112 από 19-3-1869 έγγραφο του προς το Νομάρχη Κυκλάδων, ζητεί να
εγκριθεί, επειγόντως, και νέα δαπάνη από το δημόσιο προϋπολογισμό για την εκτέλεση του
εν λόγω έργου.
Από τα παραπάνω έγγραφα προκύπτει ότι, ήδη κατά την εκτέλεση του έργου της ανοικοδόμησης
της επίδικης κατοικίας, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Σύρου συνομολογούσε την ιδιοκτησία του
Δήμου, γνωρίζοντας ότι η εκτέλεση του έργου αυτού γινόταν από τον προϋπολογισμό του
Δημοσίου, ενώ οι δαπάνες προϋπολογίζονταν σε βάρος του ενάγοντος και εγκρίνονταν στο
όνομα του, ο οποίος, ως κύριος του επιδίκου, έφερε και τη δαπάνη εκτέλεσης του έργου.
Εξάλλου, ο ενάγων, καθόλο το παραπάνω αναφερόμενο χρονικό διάστημα από το 1827 και μέχρι
την άσκηση της αγωγής, προέβαινε σε συνεχείς πράξεις νομής σε αυτό και, συγκεκριμένα: α)
ασφάλιζε το ακίνητο σε διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες για τον κίνδυνο πυρκαγιάς κ.λ.π.,
κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 1930 μέχρι την 1-1-1975, οπότε το
Δημοτικό Συμβούλιο έκρινε ότι δεν έπρεπε να ανανεώσει την εν λόγω ασφάλεια, εξαιτίας της
οικονομικής δυσπραγίας του Δήμου, αποφασίζοντας, πλέον, να ασφαλίζει μόνο τα δημοτικά
ακίνητα που χρησιμοποιούσαν οι υπηρεσίες του Δήμου και όχι τα δημοτικά ακίνητα που είχαν
μισθωθεί ή χρησιδανειστεί σε τρίτους (σχετ. τα με επίκληση προσκομιζόμενα ψηφίσματα, οι
αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου και τα αποσπάσματα του Βιβλίου Ασφαλειών του Δήμου
των παραπάνω ετών), β) χρηματοδοτούσε από δικά του κονδύλια τα έργα επισκευής του
οικήματος (πλην των συνηθισμένων δαπανών για τη συντήρηση του πράγματος, που βαρύνουν
την εναγομένη κατ' άρθρο 813 εδ. α ΑΚ), γ) το έτος 1972 παραχώρησε το δικαίωμα εγγραφής
υποθήκης στο επίδικο ακίνητο, προς εξασφάλιση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 3.000.000
δρχ., που είχε λάβει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την κατασκευή
εσωτερικού δικτύου ύδρευσης του Δήμου, κατόπιν της 4 από 14-1-1972 απόφασης του
Δημοτικού Συμβουλίου, χωρίς, τελικά, να εγγραφεί υποθήκη, καθόσον το παραπάνω πιστωτικό
ίδρυμα αρκέστηκε στην ενεχύραση των τακτικών και έκτακτων εσόδων του Δήμου, δ)
περιλάμβανε σε σχετικά εκδοθέντα ψηφίσματα του Δημοτικού Συμβουλίου το επίδικο ακίνητο
ως δημοτικό (σχετ. ενδ. Ψηφίσματα των συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου 34/2-12-
1955, 33/14-12-1956, 32/9-12-1957, 30/17-12-1958, 12/17-12-1959, 23/15-12-1960, 20/4-12-
1961, 18/30-11-1962, 22/9-12-1963, 10/4-12-1964, 25/5-12-1966, 9/4-12-1967, 34/20-12-
1968, 33/1-12-1969, 36/4-12-1970, 32/17-12-1971, 1/14-1-1974, 34/14-1-1972 και αποφάσεις
του Δημοτικού Συμβουλίου 37Α/14-2-1977, 84/15-6-1978, 11/11-1-1980, 25/16-2-1981, 8/20-
1-1982), ε) καταχώρησε το επίδικο ακίνητο: (ι) στο τηρούμενο από το έτος 1959 και μέχρι
την άσκηση της αγωγής "Βιβλίο Κτηματικής Περιουσίας του Δήμου Ερμουπόλεως",
Θεωρημένο με ημερομηνία 14-9-1959, κατόπιν της 26.959/153/13-11-1958 εγκύκλιας διαταγής
της Νομαρχίας Κυκλάδων, από την αρμόδια δικαστική Αρχή (Ειρηνοδίκη Ερμουπόλεως), με την
επισημείωση "Μητροπολιτικό Μέγαρο .... χρησιμοποιείται ως κατοικία Μητροπολίτου, έχει
παραχωρηθεί δωρεάν η χρήσις του", (ιι) στον "Πίνακα των ακινήτων του Δήμου Ερμουπόλεως",
με την ίδια παραπάνω επισημείωση (αντίγραφο του οποίου βρίσκεται στο Ιστορικό Αρχείο Δ.
Ερμουπόλεως, (ιιι) στο βιβλίο "Δημοτικής Περιουσίας" και στο "Βιβλίον της ακινήτου
περιουσίας του Δήμου Ερμουπόλεως" της Νομικής Υπηρεσίας του ενάγοντος, με την ίδια
παραπάνω επισημείωση, ενώ, επίσης, ήταν καταγραμμένη, ως δημοτική ιδιοκτησία, στον
"Οδηγό Δημοτικού Αρχείου Ερμούπολης 1821-1949" των ............... και
....................., έκδοσης της "Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού", έτους 1987
(σχετ. σελ. 66, όπου αναφέρεται το επίδικο ακίνητο ως δημοτικό με αναφορά "Επισκοπικός
Οίκος") και στ) με σειρά αποφάσεων του και, τελευταίο, το 7(374/1/1965 Ψήφισμα του
Δημοτικού Συμβουλίου Ερμουπόλεως, που λήφθηκαν κατόπιν του 44.798/1964 εγγράφου του
Νομάρχη Κυκλάδων, προς εφαρμογή των σχετικών διατάξεων περί χρησιδανείων και μισθώσεων
του Δημοτικού Κώδικα, και λόγω οικονομικής δυσπραγίας του, αποφάσισε και κήρυξε λήξασα,
από ΙΙ-1965, την προς την εναγομένη δωρεάν παραχώρηση της χρήσης του επίδικου δημοτικού
μεγάρου - "μητροπολιτικής κατοικίας", επιτρέποντας, εφεξής, τη χρήση του με την καταβολή
μισθώματος, που ορίστηκε στο ποσό των 3.000 δρχ., χωρίς, ωστόσο, να εφαρμοστεί η απόφαση
αυτή, αλλά, κατόπιν διαβουλεύσεων των διαδίκων, συνεχίστηκε το προηγούμενο μεταξύ τους
συμβατικό καθεστώς (χρησιδάνειο) και, γενικά, έπραττε, ως προς το επίδικο ακίνητο, ό,τι
έπραττε και για τα υπόλοιπα ακίνητα ιδιοκτησίας του, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης
τακτικής διαχείρισης αυτών.
Το 2003, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος, κατά τη διάρκεια έρευνας της ακίνητης
περιουσίας του τελευταίου, για να προβεί στις αναγκαίες πράξεις καταχώρησης της στο
Κτηματολόγιο, ανακάλυψε, ότι το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μείζονος έκτασης ακινήτου
εμβαδού 744
τ.μ., είχε δηλωθεί, κατά τη διαδικασία του Εθνικού Κτηματολογίου, από την εναγομένη ως
ακίνητο κυριότητας της, που είχε περιέλθει στην τελευταία με αιτία τη χρησικτησία,
λαμβάνοντας ΚΑΕΚ 290451718001/0/0 (σχετ. το από 14-1-2008 απόσπασμα κτηματολογικού
διαγράμματος του ακινήτου, κατά ΕΓΣΑ'87 και από 14-1-2008 αντίγραφο βιβλίων του
Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου των αρχικών εγγραφών και η Ε20004 από 26-3-2003 δήλωση του
ν. 2308/1995 του ενάγοντος προς το Εθνικό Κτηματολόγιο, που προσκομίζει και επικαλείται
ο ενάγων).
Κατά τη διάρκεια της περαιτέρω διερεύνησης της υπόθεσης διαπιστώθηκε, από τον ενάγοντα,
ότι ο Μητροπολίτης ..................., ............., προέβη, με την ιδιότητα του αυτή,
στις 9-3-1979, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μάξιμου Ταλασλή, σε μονομερή
δήλωση κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και συντάχτηκε σχετικά η, ήδη μεταγραμμένη από 28-
3-1979 (στον τόμο 540, με αριθμό 94, του βιβλίου μεταγραφών του Δ. Ερμουπόλεως),
3.858/9-3-1979 πράξη (που φέρει τον τίτλο "ΔΗΛΩΣΙΣ") του παραπάνω συμβολαιογράφου, στην
οποία αναφέρονται τα εξής: "Ο Σεβασμιώτατος ..........................κ.
........................................ και ητήσατο ούτος, υπό την άνω ιδιότητα του, ως
....................................., εκπροσωπών εν προκειμένω την Ιεράν
.................................κ.λπ (Νομικόν Πρόσωπον Ιδιωτικού Δικαίου) την σύνταξιν
της παρούσης δηλώσεως και εξέθηκεν τα ακόλουθα:
Οτι η Ιερά Μητρόπολις ............................. είναι απόλυτος κυρία νομεύς και
κάτοχος ενός αστικού ακινήτου κτήματος - Μεγάρου -κειμένου εν τη πόλει και τω Δήμω
Ερμουπόλεως και άνωθεν του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού της .........................,
εκτισμένου επί οικοπέδου ανήκοντος πρότερον, ήτοι προ του έτους 1874 εις τον Δήμον
Ερμουπόλεως και παραχωρηθέντος εν έτει 1874 προκειμένου να αναγερθή επ' αυτού (του
οικοπέδου) το σήμερον υφιστάμενον Μητροπολιτικόν Μέγαρον, προορισθέν έκτοτε και
χρησιμοποιούμενον μέχρι και σήμερον, ως Εκκλησιαστικόν Κτίριον, δια την κατοικίαν των
εκάστοτε Μητροπολιτών της Ιεράς ................... κ.λπ. εκτάσεως του όλου οικοπέδου
μέτρων τετραγωνικών οκτακοσίων είκοσι επτά και δέκα εκατοστών (827,10 μ.τ.) ως τούτο
εμφαίνηται σήμερον εις το από μηνός Μαρτίου 1976 τοπογραφικόν διάγραμμα του πολιτικού
μηχανικού ................. .... Επί του άνω λεπτομερώς καθοριζομένου οικοπέδου, εν έτει
1874, δι' εισφορών των τεσσάρων (4) Ορθοδόξων Ιερών Ναών της πόλεως της Ερμουπόλεως,
ήτοι του Ιερού Ναού της
................................................................... και εισφορών
θεοσεβών πολιτών, ανηγέρθη το Μητροπολιτικόν Μέγαρον, συγκείμενον εκ δύο ορόφων μεθ'
υπογείου ... μετά του παρακειμένου και συνεχόμενου τω Μεγάρω κτίσματος της παλαιάς
Μητροπόλεως ... Του προπεριγραφέντος αστικού ακινήτου κτήματος η Ιερά Μητρόπολις
...................... ... κατέστη κυρία, νομεύς και κάτοχος ως κατέχουσα και νεμόμενη
τούτο συνεχώς και αδιακόπως από του έτους 1874 μέχρι σήμερον καλοπίστως και με την
πεποίθησιν κυρίου, εν συνδυασμώ και με την παράγραφαν Ι του άρθρου 62 του Νόμου 590/21-
5-1977 "Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος".
Ο δε εμφανισθείς Μητροπολίτης ... ποιείται την την παρούσαν δήλωσιν, συμφώνως προς την
διαληφθείσαν διάταξιν του άρθρου 62 του Νόμου 590/1977 υπό την άνω ιδιότητα του, ως
διαποιμαίνοντος την Ιεράν Μητρόπολη/ ... (Νομικόν Πρόσωπον Ιδιωτικού Δικαίου). ... Η
παρούσα δήλωσις συντάσσεται ατελώς, κατά το άρθρον 62 του Ν. 590/1977. ...". Πλην, όμως,
η παραπάνω μονομερής δήλωση του εκπροσώπου της εναγομένης δεν μπορεί να παράξει έννομες
συνέπειες και, συγκεκριμένα, να οδηγήσει στη σύσταση ή τη μετάθεση της κυριότητας στο
επίδικο ακίνητο, καθόσον δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 590/1977,
διότι αυτή αντίκειται (κατά τα κριθέντα εδάφια της), σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις
νομικές σκέψεις της απόφασης, στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 17 παρ. 2
του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης
για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των
θεμελιωδών ελευθεριών.
Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη διάταξη δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής,
καθόσον η προβλεπόμενη μονομερής δήλωση δεν μπορεί να συνταχτεί -ούτε να γίνει επίκληση
αυτής, εφόσον συνταχτεί σε βάρος του ενάγοντος, ΟΤΑ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη
διάταξη του άρθρου 4 του ν.δ. της 28.11/2.12.1968, που ίσχυε τόσο κατά το χρόνο σύνταξης
της παραπάνω δήλωσης (1979) όσο και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία
αναγνωρίζονται στους ΟΤΑ όλα τα προνόμια που αναγνωρίζονται στο Δημόσιο και στα οποία
περιλαμβάνεται και η ρητή εξαίρεση του άρθρου 62 του ν. 590/1977.
Τέλος, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, δοθέντος ότι, με βάση τα πλήρως
παραπάνω αποδειχθέντα, η επίδικη κατοικία κτίστηκε σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του
ενάγοντος (δηλαδή των πολιτών του Δ. Ερμουπόλεως) με δαπάνες που προϋπολογίστηκαν σε
βάρος του, και όχι από εισοδήματα της εναγομένης. .
Συνακόλουθα, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε εναργώς η κυριότητα του
ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, την οποία απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα
δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, αφού το νεμόταν με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα
περίπου 180 ετών (δηλαδή από το έτος 1827 έως το έτος 2008, οπότε ασκήθηκε η αγωγή, έτσι
ώστε μέχρι την άσκηση της αγωγής να έχει
συμπληρώσει επτά φορές τον εκάστοτε προβλεπόμενο χρόνο έκτακτης χρησικτησίας), πρέπει η
κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά το μέρος της που ήδη κρίθηκε
νόμιμη, να αναγνωριστεί η κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο και να διαταχτεί η
απόδοση αυτού από την εναγομένη, που αντιποιήθηκε τη νομή του, στον ενάγοντα.
Επίσης, πρέπει να διαταχτεί: α) η διόρθωση της αρχικής κτηματολογικής εγγραφής του
Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου - Ερμούπολης, κατά την οποία φέρεται η εναγομένη ως κυρία
του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 550 τ.μ. όπως ειδικά περιγράφεται παραπάνω,
περιλαμβάνοντας αυτό σε μεγαλύτερης έκτασης ιδιοκτησία της, συνολικού εμβαδού 744 τ.μ.,
με ΚΑΕΚ 290451718001/0/0 και β) η αποκοπή από το μεγαλύτερο ακίνητο με ΚΑΕΚ
290451718001/0/0, του επίδικου τμήματος έκτασης 550 τ.μ., όπως ειδικά περιγράφεται
παραπάνω και απεικονίζεται στο ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής (σελ. 4β') από 7-1-
2008 τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνολόγου μηχανικού ..............................., που
συντάχτηκε στη βάση κτηματολογικού διαγράμματος συντεταγμένων του Ο.Κ.Χ.Ε. κατά Ε.Γ.Σ.Α.
'87 και φέρει την από 10-1-2008 θεώρηση του αρχιτέκτονος μηχανικού και διευθυντή των
τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου Ερμούπολης,............................., υπό τους αριθμούς
και τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα "1-Α-Β-Γ-Δ-13-14-15-16-17-18-19-20-21 -22-1", που
φέρεται ως κυριότητας της εναγομένης, ώστε αυτό (το επίδικο) να λάβει νέο ΚΑΕΚ, όπου θα
φέρεται ως κύριος ο ενάγων Δήμος, με αιτία τη χρησικτησία.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του
ενάγοντος, που αντιστοιχεί στο ποσοστό της ήττας της (άρθρα 178 παρ. 1 και 191 αρ. 2
ΚΠολΔ, σχετ. ως προς την επιβολή δικαστικής δαπάνης σε βάρος ηττώμενου ΝΠΔΔ, του οποίου
η νομική υπηρεσία δε διεξάγεται μέσω του Ν.Σ.Κ. σύμφωνα με άρ. 28 παρ. 4 του ν.
2579/1998, βλ. ΑΠ 1617/1999 ΕλλΔνη 41.368 και ΕΛαμ 212/2009 δημ. στη ΝΟΜΟΣ) και να
οριστεί το παράβολο, που πρέπει να προκαταβληθεί από την εναγομένη, για την περίπτωση
άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο
διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της εναγομένης.
Ορίζει το παράβολο, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την εναγομένη,
στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
Δέχεται, εν μέρει, την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι ο ενάγων είναι κύριος ενός ακινήτου - οικοπέδου, εμβαδού πεντακοσίων
πενήντα (550) τ.μ., με την υπάρχουσα σε αυτό διώροφη κατοικία (μητροπολιτική ή
επισκοπική κατοικία), που βρίσκεται στη θέση "Μεταμόρφωση" της Ερμούπολης Σύρου, της
κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ερμούπολης και επί της οδού ........... (όπου βρίσκεται
ήδη και η είσοδος του ακινήτου) και έχει σχήμα ακανόνιστου, επιμήκους τραπεζίου, όπως
απεικονίζεται από 7-1-2008 τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνολόγου μηχανικού
.............., που συντάχτηκε στη βάση κτηματολογικού διαγράμματος συντεταγμένων του
Ο.Κ.Χ.Ε. κατά Ε. Γ.Σ.Α. '87 και φέρει την από 10-1-2008 θεώρηση του αρχιτέκτονα
μηχανικού και διευθυντή των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου Ερμούπολης, ..................,
με τους αριθμούς και τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα "1-Α-Β-Γ-Δ-13-14-15-16-17-18-19-20-
21-22-1" και Η συνορεύει περιμετρικά, σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, ως
ακολούθως: βορειοδυτικά ξεκινά από το σημείο "18" και ) συνεχίζει βορειοανατολικά, σε
ευθεία γραμμή, στα σημεία "18-17-16-15-14" συνολικού μήκους 25,80 μέτρων, συνορεύοντας,
κατά το μήκος της, με τη δημοτική κλιμακωτή οδό Ομήρου (όπου η είσοδος του), νοτιοδυτικά
ξεκινά από το σημείο "14" και συνεχίζει σε νοτιοανατολική κατεύθυνση, σε ευθεία γραμμή,
στα σημεία "14-13", συνολικού μήκους 3 μέτρων, συνορεύοντας κατά το μήκος της με την
ίδια παραπάνω δημοτική οδό (.......................), νοτιοανατολικά ξεκινά από το
σημείο "13" και συνεχίζει σε βορειοανατολική κατεύθυνση, σε ελαφρώς τεθλασμένη γραμμή,
στα σημεία "13-Δ-Γ-Β-Α-1", συνολικού μήκους 45,90 μέτρων, συνορεύοντας, κατά το μήκος
της αυτό, με ακάλυπτο χώρο και, μετά από αυτόν, με τον προαύλιο χώρο του Ι.Ν. της
Μεταμορφώσεως και βορειοανατολικά ξεκινά από το σημείο "1" και συνεχίζει σε βορειοδυτική
- δυτική κατεύθυνση, σε ελαφρώς τεθλασμένη γραμμή, στα σημεία "1-22-21-20", συνολικού
μήκους 11 μέτρων, συνορεύοντας, κατά το μήκος αυτό, εν μέρει με ιδιοκτησία
.................... και εν μέρει με ιδιοκτησία άγνωστων προσώπων.
Υποχρεώνει την εναγομένη να αποδώσει το παραπάνω περιγραφόμενο ακίνητο - οικόπεδο,
εμβαδού πεντακοσίων πενήντα (550) τ.μ., με την υπάρχουσα σε αυτό διώροφη κατοικία, που
βρίσκεται στη θέση "Μεταμόρφωση" της Ερμούπολης Σύρου, της κτηματικής περιφέρειας του
Δήμου Ερμούπολης, στον ενάγοντα.
Διατάσσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του
Κτηματολογικού Γραφείου Ερμούπολης Σύρου, κατά την οποία φέρεται η εναγομένη ως κυρία
του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 550 τ.μ., όπως ειδικά περιγράφεται παραπάνω, με αιτία τη
χρησικτησία, περιλαμβάνοντας αυτό σε μεγαλύτερης έκτασης ιδιοκτησία της, συνολικού
εμβαδού 744 τ.μ., με ΚΑΕΚ 290451718001/0/0, και την αποκοπή από το μεγαλύτερο ακίνητο
(εμβαδού 744 τ.μ.) με ΚΑΕΚ 290451718001/0/0, του επίδικου τμήματος έκτασης 550 τ.μ.,
όπως ειδικά αυτό περιγράφεται παραπάνω και απεικονίζεται στο από 7-1-2008 τοπογραφικό
διάγραμμα της τεχνολόγου μηχανικού ..................................., που συντάχτηκε
στη βάση κτηματολογικού διαγράμματος συντεταγμένων του Ο.Κ.Χ.Ε. κατά Ε.Γ.Σ.Α. '87 και
φέρει την από 10-1-2008 θεώρηση του αρχιτέκτονα μηχανικού και διευθυντή των τεχνικών
υπηρεσιών του Δήμου
Ερμούπολης, .............. , υπό τους αριθμούς και τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα β 1 -
Α-Β-Γ-Δ-13-14-15-16-17-18-19-20-21 -22-1", ώστε αυτό (το επίδικο) να λάβει νέο ΚΑΕΚ,
όπου θα φέρεται ως κύριος ο ενάγων Δήμος, με αιτία τη χρησικτησία.
Καταδικάζει την εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το
οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε σε μυστική διάσκεψη στη Σύρο στις 30 Απριλίου 2010 και
δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια, συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 3 Μαΐου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ν.Σ.