Άρθρο 75
Συνέπειες κατάθεσης και επίδοσης
1. Η εκκρεμοδικία αρχίζει με την κατάθεση της αγωγής και λήγει με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης ή την κατάργηση της δίκης.
2. Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής, ως προς τον εναγόμενο, επέρχονται μόνο από την επίδοσή της σε αυτόν, η οποία μπορεί να διενεργηθεί και από τον ενάγοντα. Κατ' εξαίρεση, η παραγραφή διακόπτεται σε κάθε περίπτωση με την κατάθεση της αγωγής και αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης.
3. Μεταβολή του αιτήματος της αγωγής είναι απαράδεκτη.
Κατ' εξαίρεση, ο ενάγων μπορεί, ως το τέλος της πρώτη συζήτησης, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να το μετατρέψει από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό ή από αναγνωριστικό σε καταψηφιστικό.
Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010
Αίτηση προσωρινής επιδίκασης απαίτησης (άρ. 211 επ ΚΔΔ):
Η σχετική αίτηση εκδικάζεται σε δημόσια συνεδρίαση μετά από άσκηση καταψηφιστικής αγωγής. Με την αίτηση αυτή μπορεί να επιδικαστεί στον ενάγοντα από το δικαστήριο, προσωρινώς, μέρος της απαίτησης, για την οποία άσκησε την αγωγή του. Λόγο προσωρινής επιδίκασης της απαίτησης μπορεί να θεμελιώσει η αδυναμία ή η ιδιαίτερη δυσχέρεια του αιτούντος προς αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του.
Η προσωρινή επιδίκαση αποκλείεται:
i. αν προσκρούει στο δημόσιο συμφέρον, ή
ii. αν η αντίστοιχη καταψηφιστική αγωγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.
Στη διαδικασία εκδίκασης της παραπάνω αίτησης, οι ιδιώτες διάδικοι μπορούν να παρίστανται κατά τη συζήτηση χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο (άρ. 27 παρ. 2 εδ. γ΄ ΚΔΔ).
Επειδή ο καθ' ού θα πρέπει να έχει γνώση του περιεχομένου της καταψηφηστικής αγωγής (εν' όψει και της αρχής της ισότητας των διαδίκων), ώστε να δύναται να προτείνει τις σχετικές ενστάσεις του αβασίμου και απαραδέκτου κατ' αυτής, τεκμαίρεται ότι η καταψηφιστική αγωγή θα πρέπει να έχει κοινοποιηθεί στον καθ' ού σε εύλογο χρόνο πρό της συζήτησης της αίτησης προσωρινής επιδίκασης απάιτησης.
Η σχετική αίτηση εκδικάζεται σε δημόσια συνεδρίαση μετά από άσκηση καταψηφιστικής αγωγής. Με την αίτηση αυτή μπορεί να επιδικαστεί στον ενάγοντα από το δικαστήριο, προσωρινώς, μέρος της απαίτησης, για την οποία άσκησε την αγωγή του. Λόγο προσωρινής επιδίκασης της απαίτησης μπορεί να θεμελιώσει η αδυναμία ή η ιδιαίτερη δυσχέρεια του αιτούντος προς αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του.
Η προσωρινή επιδίκαση αποκλείεται:
i. αν προσκρούει στο δημόσιο συμφέρον, ή
ii. αν η αντίστοιχη καταψηφιστική αγωγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.
Στη διαδικασία εκδίκασης της παραπάνω αίτησης, οι ιδιώτες διάδικοι μπορούν να παρίστανται κατά τη συζήτηση χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο (άρ. 27 παρ. 2 εδ. γ΄ ΚΔΔ).
Επειδή ο καθ' ού θα πρέπει να έχει γνώση του περιεχομένου της καταψηφηστικής αγωγής (εν' όψει και της αρχής της ισότητας των διαδίκων), ώστε να δύναται να προτείνει τις σχετικές ενστάσεις του αβασίμου και απαραδέκτου κατ' αυτής, τεκμαίρεται ότι η καταψηφιστική αγωγή θα πρέπει να έχει κοινοποιηθεί στον καθ' ού σε εύλογο χρόνο πρό της συζήτησης της αίτησης προσωρινής επιδίκασης απάιτησης.
Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010
Αρμοδιότητα ανάκλησης ατομικών διοικητικών πράξεων
31/5/2010
Με τις Σ.τ.Ε. 1581 και 1582/2010 (Ολομ.) κρίθηκε ότι, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 21 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κάθε ατομική διοικητική πράξη, είτε αρμοδίως είτε αναρμοδίως εκδοθείσα, μπορεί να ανακαλείται, για οποιονδήποτε λόγο εξωτερικής ή εσωτερικής νομιμότητας, είτε από το όργανο που την εξέδωσε είτε από το όργανο, το οποίο είναι, κατά τον χρόνο της ανάκλησης, αρμόδιο για την έκδοσή της.
Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκαν, ειδικότερα, κατά πλειοψηφία, τα εξής: Η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αναθέτουσα την αρμοδιότητα ανάκλησης ατομικής διοικητικής πράξης είτε στο όργανο που την εξέδωσε είτε στο όργανο το οποίο, κατά τον χρόνο της ανάκλησης, είναι αρμόδιο για την έκδοσή της, δεν συναρτά, κατά το σαφές γράμμα της, την εν λόγω αρμοδιότητα ανάκλησης ούτε προς την, κατά το χρόνο έκδοσης της ανακαλουμένης, αρμοδιότητα του εκδόντος αυτήν οργάνου ούτε προς συγκεκριμένους λόγους ανάκλησης. Ο περιορισμός, άλλωστε, της δυνατότητας ανάκλησης των μη νομίμων διοικητικών πράξεων με την καθιέρωση, και μάλιστα παρά τη σαφή και αδιάστικτη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, προϋποθέσεων ανάκλησης αναγομένων είτε στην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα των οργάνων που εξέδωσαν τις πράξεις αυτές είτε στους λόγους ανάκλησης αντιστρατεύεται τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη και θεμελιώδη για το Κράτος Δικαίου αρχή της νομιμότητας, βασική έκφανση της οποίας αποτελεί η ανάκληση των μη νομίμων διοικητικών πράξεων. Εν όψει, λοιπόν, της αδιάστικτης διατύπωσης της εν λόγω διάταξης, κάθε ατομική διοικητική πράξη, είτε αρμοδίως είτε αναρμοδίως εκδοθείσα, μπορεί να ανακαλείται, για οποιονδήποτε λόγο εξωτερικής ή εσωτερικής νομιμότητας, είτε από το όργανο που την εξέδωσε είτε από το όργανο, το οποίο, κατά τον χρόνο της ανάκλησης, είναι αρμόδιο για την έκδοσή της. Στην ειδικότερη δε περίπτωση της αναρμοδίως εκδοθείσας ατομικής διοικητικής πράξης, η ανάκλησή της από το όργανο που την εξέδωσε χωρεί όχι μόνον κατ’ επίκληση της αναρμοδιότητάς του, αλλά για οποιονδήποτε λόγο. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, η αναρμοδιότητα ως προς την έκδοση της ανακαλουμένης πράξης, ως ζήτημα δημόσιας τάξης, εξεταζόμενο και αυτεπαγγέλτως από το δικαστή ενώπιον του οποίου αμφισβητείται το κύρος της ανακλητικής πράξης, καθιστά νόμιμη, εν πάση περιπτώσει, την ανάκλησή της. Τούτο δε, προκειμένου να αποκατασταθεί στο νομικό κόσμο η νομιμότητα, με την εξαφάνιση της αναρμοδίως εκδοθείσας πράξης, και να καταστεί εφεξής δυνατή η αδέσμευτη ρύθμιση του θέματος από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο. Στην προκείμενη περίπτωση, η Διευθύντρια της Διεύθυνσης Πολιτικών Δικαιωμάτων και Προστασίας Πολιτών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής υπέγραψε αναρμοδίως τη διαπιστωτική της ελληνικής ιθαγένειας του αιτούντος πράξη. Ανεξαρτήτως, όμως, της αναρμοδιότητάς της, η Διευθύντρια, εκ μόνου του λόγου ότι υπέγραψε την ανωτέρω πράξη, είχε την αρμοδιότητα να υπογράψει και την προσβληθείσα με την αίτηση ακυρώσεως ανακλητική αυτής απόφαση. Περαιτέρω δε, εν όψει της αναρμοδιότητας της εν λόγω Διευθύντριας ως προς την έκδοση της αρχικής ως άνω πράξης, η ανάκληση αυτής με την προσβληθείσα (που υπογράφεται από την ίδια Διευθύντρια) πράξη είναι, ανεξαρτήτως των αιτιολογιών της, νόμιμη και, επομένως, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους πλήσσονται οι αιτιολογίες της προσβληθείσας ανακλητικής πράξης.
31/5/2010
Με τις Σ.τ.Ε. 1581 και 1582/2010 (Ολομ.) κρίθηκε ότι, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 21 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κάθε ατομική διοικητική πράξη, είτε αρμοδίως είτε αναρμοδίως εκδοθείσα, μπορεί να ανακαλείται, για οποιονδήποτε λόγο εξωτερικής ή εσωτερικής νομιμότητας, είτε από το όργανο που την εξέδωσε είτε από το όργανο, το οποίο είναι, κατά τον χρόνο της ανάκλησης, αρμόδιο για την έκδοσή της.
Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκαν, ειδικότερα, κατά πλειοψηφία, τα εξής: Η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αναθέτουσα την αρμοδιότητα ανάκλησης ατομικής διοικητικής πράξης είτε στο όργανο που την εξέδωσε είτε στο όργανο το οποίο, κατά τον χρόνο της ανάκλησης, είναι αρμόδιο για την έκδοσή της, δεν συναρτά, κατά το σαφές γράμμα της, την εν λόγω αρμοδιότητα ανάκλησης ούτε προς την, κατά το χρόνο έκδοσης της ανακαλουμένης, αρμοδιότητα του εκδόντος αυτήν οργάνου ούτε προς συγκεκριμένους λόγους ανάκλησης. Ο περιορισμός, άλλωστε, της δυνατότητας ανάκλησης των μη νομίμων διοικητικών πράξεων με την καθιέρωση, και μάλιστα παρά τη σαφή και αδιάστικτη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, προϋποθέσεων ανάκλησης αναγομένων είτε στην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα των οργάνων που εξέδωσαν τις πράξεις αυτές είτε στους λόγους ανάκλησης αντιστρατεύεται τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη και θεμελιώδη για το Κράτος Δικαίου αρχή της νομιμότητας, βασική έκφανση της οποίας αποτελεί η ανάκληση των μη νομίμων διοικητικών πράξεων. Εν όψει, λοιπόν, της αδιάστικτης διατύπωσης της εν λόγω διάταξης, κάθε ατομική διοικητική πράξη, είτε αρμοδίως είτε αναρμοδίως εκδοθείσα, μπορεί να ανακαλείται, για οποιονδήποτε λόγο εξωτερικής ή εσωτερικής νομιμότητας, είτε από το όργανο που την εξέδωσε είτε από το όργανο, το οποίο, κατά τον χρόνο της ανάκλησης, είναι αρμόδιο για την έκδοσή της. Στην ειδικότερη δε περίπτωση της αναρμοδίως εκδοθείσας ατομικής διοικητικής πράξης, η ανάκλησή της από το όργανο που την εξέδωσε χωρεί όχι μόνον κατ’ επίκληση της αναρμοδιότητάς του, αλλά για οποιονδήποτε λόγο. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, η αναρμοδιότητα ως προς την έκδοση της ανακαλουμένης πράξης, ως ζήτημα δημόσιας τάξης, εξεταζόμενο και αυτεπαγγέλτως από το δικαστή ενώπιον του οποίου αμφισβητείται το κύρος της ανακλητικής πράξης, καθιστά νόμιμη, εν πάση περιπτώσει, την ανάκλησή της. Τούτο δε, προκειμένου να αποκατασταθεί στο νομικό κόσμο η νομιμότητα, με την εξαφάνιση της αναρμοδίως εκδοθείσας πράξης, και να καταστεί εφεξής δυνατή η αδέσμευτη ρύθμιση του θέματος από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο. Στην προκείμενη περίπτωση, η Διευθύντρια της Διεύθυνσης Πολιτικών Δικαιωμάτων και Προστασίας Πολιτών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής υπέγραψε αναρμοδίως τη διαπιστωτική της ελληνικής ιθαγένειας του αιτούντος πράξη. Ανεξαρτήτως, όμως, της αναρμοδιότητάς της, η Διευθύντρια, εκ μόνου του λόγου ότι υπέγραψε την ανωτέρω πράξη, είχε την αρμοδιότητα να υπογράψει και την προσβληθείσα με την αίτηση ακυρώσεως ανακλητική αυτής απόφαση. Περαιτέρω δε, εν όψει της αναρμοδιότητας της εν λόγω Διευθύντριας ως προς την έκδοση της αρχικής ως άνω πράξης, η ανάκληση αυτής με την προσβληθείσα (που υπογράφεται από την ίδια Διευθύντρια) πράξη είναι, ανεξαρτήτως των αιτιολογιών της, νόμιμη και, επομένως, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους πλήσσονται οι αιτιολογίες της προσβληθείσας ανακλητικής πράξης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)