Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 30’
Τάκης Παπατσώνης
Ο κηπουρός του τάφου
Ο κηπουρός του τάφου, γέροντας αγαθός,
αυτός που παραστάθηκε στα ογκώδη γεγονότα,
και στις πρωινές οράσεις των γυναικών,
σε όλες τις ανοιξιάτικες καλοσύνες
όχι απαθής, άλλα μεστός (γέροντας καθώς ήτο)
έμενε κι ασυγκίνητος εν μέρει τους φαινόταν.
Αλλά η ψυχή του ακέραια δίχως ν' αναλωθεί
σε άκαιρες πράξεις Τι σε λόγια περισσά,
ωρίμασε σε πλήρη ιδέα της θεογνωσίας.
Μελέτες, περιδιάβασες, μετεωρισμοί,
αιώνων απασχόληση για ν' αποβεί
κάποτε ανέβασμα ψυχών των νέων παιδιών,
πολλάκις άκαρπη, πάντοτε μισερή,
ηλιοδαρμός και πάμπλουτη αχτινοβολία,
βίαιο χύμα κάδου της χρυσής βροχής
και ποντισμός πολλού φωτός, πλούσιων βολίδων
απόβηκε στο γέροντα ή εωθινή
μύηση σε κόσμους εχτεινόμενους
από τα βάθη των ταρτάρων και του ίσκιου,
ως με την όλη ουσία του ύψους και της θεότητας,
με διάμεσα περιβόλια καλοσύνης,
ανθώνες τέρψεως και τρυφής και κελαηδήματα
πουλιών ωραία, χρωματιστών, που προϋπαντούνε
ψυχές που αίφνίδια ανθίσανε, γερόντων έστω,
σ' αιφνίδια και φλογώδη Αποκάλυψη του Μυστηρίου.
Αναστάσιος Δρίβας
Μια δέσμη αχτίδες στο νερό
XV
(Γκρέτα Γκάρμπο)
Ράγισμα πάγων σε πολική ατέλειωτη μοναξιά
φλόγα του κίτρινου κερένιου ρόδου -
πάθος που ξέρει να μεταπλάθεται
τεφρή ουσία μυστική
πηλός στα χέρια του τεχνίτη.
Είν' η σκιά σου καθώς σπαράζει
όμοια με τη ζεστή φτερούγα του πουλιού
σα μάτωσε το τρυφερό απάτητο χιόνι -
ομορφιά ευκίνητη σπασμωδική και σαν από κοράλλι.
Είν' η σκιά σου
φωνή του ενδόμυχου δοκιμασμένου κόσμου
το αστάθμητο η απόχρωση
ο λυγμός των αποσιωπήσεων
η τομή που ξεχωρίζει
η αιχμή που θανατώνει.
Η ευγένεια η καλοσύνη χρωματίζουν τη μορφή σου
η αιθρία του χιονιού του κύκνου συμπληρώνει το μυστήριό της -
ένα με την ύλη του γλαυκού σαν ξημερώνει
ένα με το κόκκινο τριαντάφυλλο
στη μοναξιά του χειμωνιάτικου κήπου.
Νικήτας Ράντος
Οδός Νικήτα Ράντου
5
Σμίξαν τα κορμιά, πέφτει το προσωπείο
για να φανερωθούμε δίχως Εγώ
χάριν ασκήσεως αποβιβάσαμε το πάθος
νέες διαστάσεις ίσως να βρεθούν
'Επιβολή κι υποβολή. Ακτινοβολεί
η διγλωσσία. Μα τον κύνα!
Τι σημασία έχει το πόθεν ξεκινήσαμε;
Κάποιος θα ξαναρχίσει το "πρώτη φορά"
με δισταγμούς και δυσκολίες άλλες.
Οι ρόλοι μεταβάλλουν τις ορέξεις.
6
Πέντε δεκαετίες εξαλείφονται απόψε
πού ατενίζω την άλλη όψη
γνωστής μου βουνοσειράς
"Μόνος προς Μόνον" ποτές δεν έγινε ο λόγος μου
Βουνά και θάλασσες ανάφτουν εικόνες
Ταραχή τώρα καθρεφτίζεται στην ήρεμη λίμνη
Με το βλέμμα μου στραμμένο στο ακαθόριστο του μέλλοντος
από τις όχθες άλλης λίμνης κοίταζα τότες τοπία
του Νίτσε με το δικό μου Μάνφρεντ
Τώρα, πεπεισμένος πώς γνωρίζω τις "Άλπεις
αφ' υψηλού παρακολουθώ απ' τη γενέτειρα
του Πλίνιου, το ρυθμό κυματοειδής κορυφογραμμής
"Ας αντανακλασθεί στα ύδατα του Como!
τα νέα κομίζουν την άνοδο λουσιτανών εργατών
Αιρέσεις λομβάρδων εργαζομένων
Νέα πού αξιούν ν' αναστατώσουν
την επιφάνεια του στίχου.
Γιώργος Σαραντάρης
Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη
Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη
Πάλι σηκώνει τη σημαία
Εμείς μπαίνουμε χωρίς φόβο
Τα μάτια τα πουλιά μαζί μας μπαίνουν
Αστράφτει η πολιτεία αστράφτει ο νους μας
Η φαντασία τους κήπους πλημμυράει
Είναι παιδιά που στέκονται στις βρύσες
Κορυδαλλοί στους όρθρους ακουμπάνε
Στις λεμονιές άγγελοι χορτάτοι
Είναι αηδόνια που παντού ξυπνάνε
Φλογέρες παίζουν έντομα βουίζουν
Είναι τραγούδια η στάχτη των νεκρών
Και οι νεκροί κάπου αναγεννιούνται πάλι
Ολούθε μας μαζεύει ο Θεός
Έχουμε χέρια καθαρά και πάμε.
Γιώργος Σεφέρης
Μποτίλια στο πέλαγο
Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει.
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη.
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.
Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.
Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη
και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.
Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
και το παίξαμε στα ζάρια.
Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.
Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.
Ανδρέας Εμπειρίκος
Ηχώ
Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη
Μέσα στο δάσος με το βόμβο των εντόμων
Και τις βαρειές σταγόνες απ’ τ’ αγιάζι
Που στάζει στα φυλλώματα των δέντρων
Κι ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές
Η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων
Καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς
Κρατώντας μες στο στόμα τους τραγούδια
Που μάθαν όταν ήτανε παιδιά
Και παίζανε κρυφτούλι μες στο δάσος.
Νικηφόρος Βρεττάκος
Μες τη διαφάνεια του πρωινού
Μες τη διαφάνεια του πρωινού άνοιξα τα παράθυρά μου και σ' είδ' απ’ όλα τα σημεία χαρούμενη να κατεβαίνεις, πλαγιά-πλαγιά τους ουρανούς, πλαγιά-πλαγιά τους λόφους, σα νάρχεσαι από την αρχή κι άπ' την πηγή του κόσμου. Κουδούνια και χαμόγελα το φόρεμά σου
που το φιλούν, και το γυρίζουν οι αύρες στο γαλάζιο
κι είσαι παντού με μι' αγκαλιά τριαντάφυλλα που φέγγουν τις πέτρες χρωματίζοντας γύρω μου όταν βραδιάζει.
Μα όταν νυχτώνει, κλείνοντας τα τέσσερα παράθυρά μου, ενώ στο σκούρο θαλασσί παίρνουν ν' ανθίζουν τ' άστρα, σμίγω έξω με του σύμπαντος το μέγα φως, το φως σου, λιώνοντας την εικόνα σου σ' άχνινα συννεφάκια.
Κι ενώ κάτω άπ' τη στέγη μου γέρνω το μέτωπό μου
κι ακούω σκυμμένος του δικού μου κόσμου τις καμπάνες,
απ' έξω υπάρχεις εσύ: φως, στερέωμα, ουρανός,
Δίχως εσέ
Δίχως εσέ δε θα ‘βρισκαν
νερό τα περιστέρια.
Δίχως εσέ δε θ’ άναβε
το φως ο Θεός στις βρύσες του
Μηλιά σπέρνει τον άνεμο
τ’ άνθη της· στην ποδιά σου
φέρνεις νερό απ’ τον ουρανό
φώτα σταχιών κι απάνω σου
φεγγάρι από σπουργίτες.
Οδυσσέας Ελύτης
Επτά νυχτερινά επτάστιχα
III
όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα!
V
Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες
Μαβιές
Κόκκινες
Κίτρινες
Τ’ ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
Τα μάτια της σιωπή.
Η Μαρίνα των βράχων
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη– Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχρωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
-Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου ‘λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα που γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αλμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
΄Όπου σελάγιζε ο δικός σου αστερίας.
Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν’αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.
Γιάννης Ρίτσος
Η καμπάνα
Ποιος ήταν που κρέμασε ( και πότε;) πάνω ακριβώς απ’ το τραπέζι
καταμεσίς στο ταβάνι, αυτή τη μαύρη καμπάνα; - πριν μήνες; πριν χρόνια;
Σκυμμένοι στο πιάτο μας, δεν την είχαμε δει. Ποτέ δε σηκώσαμε
λίγο πιο πάνω το κεφάλι, - ποιος ο λόγος άλλωστε; Μα, τώρα,
το ξέρουμε – είναι εκεί, αμετάθετη. Ποιος τάχα την πρωτό ‘δε; ποιος μας το ‘πε
αφού κανείς μας δε μιλάει; Ίσως, μια νύχτα, ακολουθώντας το ποτήρι,
στραγγίζοντας την τελευταία σταγόνα του κρασιού, μέσ’ απ’ το άδειο
θαμπωμένο ποτήρι, να την πήρε το μάτι μας. Σκύψαμε αμέσως
ακόμη πιο πολύ. Πεινάμε, δεν πεινάμε, τρώμε· περιμένοντας πάντα,
από στιγμή σε στιγμή, ένα μεγάλο αόρατο χέρι να χτυπήσει την καμπάνα
εννέα ή δώδεκα φορές ή μία και μόνη, απέραντα μόνη, απειθάρχητα μόνη,
ενώ, από μέσα μας, μετράμε κιόλας, μήπως συμπέσουμε τουλάχιστον στους χτύπους.
Γιώργος Θέμελης
Πυρπόληση
Σκληρή μου στάθηκε η αγάπη
Σκληρή κι ανήλεη.
Από σκληρή στοργή,
Από πυκνή τρυφερότητα.
Έβαλε φωτιά να κάψει το σπίτι μου.
Μεγάλωσε η φωτιά,
Σηκώθηκε,
Σα μια φλεγόμενη σκιά,
Μια πυρκαγιά.
Καίγονται τα χέρια.
Δ. Ι. Αντωνίου
Κακοί έμποροι
Κύριε, άνθρωποι απλοί
πουλούσαμε υφάσματα,
(κι η ψυχή μας
ήταν το ύφασμα που δεν τ’ αγόρασε κανείς).
Την τιμή δεν κανονίζαμε απ’ την ούγια
η πήχη και τα ρούπια ήταν σωστά
τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμής ποτέ:
η αμαρτία μας.
Είχαμε μόνο ποιότητας πραμάτεια.
Έφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά
-πιάνουν στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα-.
Τώρα με την ίδια πήχη που μετρήσαμε
μέτρησέ μας· δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας.
Κύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!
Μανώλης Αλεξίου
Ψάρια
Η σκλαβιά σε κλεισμένους γύρους
όλο και πιο στενούς
μας περιζώνει,
καθώς το υγρό στοιχείο τα ψάρια.
Έχουμε αδιάφοροι, νωθροί κατακαθίσει
στο αδιαπέραστο πια σκοτάδι,
στο λασπερό βυθό.
Τ’ αδύναμα μικρά μας βράγχια
δεν αντέχουν να μας πάνε
στον αμόλυντο αγέρα.
Και μόνο λιγοστά και μετρημένα
υδρόβια ανήσυχα,
πηδούνε πάνω απ’ την επιφάνεια,
μόλις προφταίνοντας να ιδούν σαν οπτασία
τη γλαυκή απέραντη έκτασή της.
Ζωή Καρέλη
Μουσικότητα
Έμορφη μουσικότητα των φθινοπωρινών
ημερών στη Θεσσαλονίκη,
όταν η βροχή πέφτει πότε πυκνή,
αραιώνει κι ύστερα πάλι
πυκνώνει η ασημένια βροχή,
των πρώτων φθινοπωρινών ημερών,
διάφανη και τόσο λεπτή, σαν
σιγανή μουσική ομιλία γυναικών
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
ήσυχες και σιωπηλές, μοιάζουν,
λιγάκι περήφανες ή μελαγχολικές
και κάποτε, όταν μιλήσουν,
βιάζονται να πουν εκείνο
που ζητούν ίσως να λησμονήσουν.
Νίκος Εγγονόπουλος
Ποίηση 1948
τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι η εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γραφόταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου
γι αυτό και
τα ποιήματά μου
είν’ τόσο πικραμένα
(και πότε-άλλωστε-δεν ήσαν;)
κι είναι
-προ πάντων-
και
τόσο
λίγα
Νίκος Γκάτσος
Αμοργός
[.....]
Πόσο πολύ σ’ αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη το φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνου στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό ένα μαγκανοπήγαδο σκουριασμένο βογκάει
Μια τούφα γαλανός καπνός μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν στους αντρειωμένους το καλωσόρισες.
[.....]
Μελισσάνθη
Στη νύχτα που έρχεται
Ξεκινάμε ανάλαφροι, καθώς η γύρη
που ταξιδεύει στον άνεμο.
Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά
γινόμαστε δέντρα που διψούν για ουρανό
κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη.
Μας βρίσκουν τ’ ατέλειωτα καλοκαίρια
τα μεγάλα κύματα. Οι άνεμοι, τα νερά
παίρνουν τα φύλλα μας. Αργότερα
πλακώνουν οι βαριές συννεφιές
μας τυραννούν οι χειμώνες κι οι καταιγίδες.
Μα πάντα αντιστεκόμαστε, ορθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε με νέο φύλλωμα.
Ωσότου φτάνει ένας άνεμος παράξενος
-κανείς δεν ξέρει πότε κι από που ξεκινά-
μας ρίχνει κάτω μ’ όλες μας τις ρίζες στον αέρα.
Για λίγο ακόμα, μες στη φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο – να πει μια τρίλια του
στη νύχτα που έρχεται – ένα πουλί.
Κώστας Μόντης
Στιγμές
Έχω κάτι να πω στη θάλασσα.
Πάρτε με κοντά της το πρωί πούναι μονάχη.
*
Γιατί τόσα Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη
κι ούτ’ ένα στον Άγνωστο Άνθρωπο;
Εμείς που θα βάνουμε τα στεφάνια μας;
*
Ποιος θα μας ξαναδώσει εκείνο το Σαββατόβραδο
πούχε μπροστά του την Κυριακή;
*
Παράγινε το σπίτι σπίτι απόψε
παράγινε δωμάτιο το δωμάτιο.
*
Τρεις φορές το ίδιο χελιδόνι
πέρασε πάνω απ’ τον ίδιο στίχο.
*
Ήταν μια απρόσεχτη άνοιξη
που άφηνε όπου τύχαινε τα πράγματά της.