Αναγκαστικά Μέτρα είσπραξης οφειλών
Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος, για την είσπραξη των εσόδων των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Eισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν.
Τα ταμειακά όργανα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ασκούν αντιστοίχως όλες τις αρμοδιότητες που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές. (άρθρο 167 παρ.1 ΔΚΚ) Στους ΟΤΑ που δεν έχουν δική τους ταμειακή υπηρεσία τα αναγκαστικά μέτρα λαμβάνει ο προϊστάμενος της οικείας ΔΟΥ. (άρθρο 170 παρ. 2 Ν.3463/06). Συνεπώς, όπου στις διατάξεις του ΚΕΔΕ αναφέρεται «Δ/ντης Δημοσίου Ταμείου» νοείται ο προϊστάμενος της ταμειακής υπηρεσίας του ΟΤΑ.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα όρια των οφειλών προς τους Ο.Τ.Α., μέχρι τα οποία αμελείται η ταμειακή βεβαίωσή τους και η λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης. (άρθρο 167 παρ.3 ΔΚΚ)
Από την επόμενη ημέρα, κατά την οποία σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος, καθίστανται ληξιπρόθεσμα τα χρέη, ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούνται να προχωρήσει σε λήψη αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών για το καθυστερούμενο μέρος του χρέους. (άρθρο 7 του Κ.Ε.Δ.Ε)
Πρώτες ενέργειες για την εφαρμογή αναγκαστικών μέτρων:
1. Ύπαρξη Νομίμου Τίτλου (ταμειακή βεβαίωση ή κάποιος άλλος από τους προβλεπόμενους στην παρ.2 του άρθρου 2 του ΚΕΔΕ) (άρθρο 2 ΚΕΔΕ)
2. Αποστολή Ατομικής Ειδοποίησης από τον Προϊστάμενο της Ταμειακής Υπηρεσίας του ΟΤΑ. Η ειδοποίηση αύτη αποστέλλεται προς τον οφειλέτη διά της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή δι` υπαλλήλων της Ταμειακής Υπηρεσίας του ΟΤΑ. (άρθρο 4 ΚΕΔΕ)
«Η μη περιέλευση ή η καθυστερημένη περιέλευση της ατομικής ειδοποίησης στον οφειλέτη, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει ο τελευταίος στάδιο δικονομικής προστασίας πριν από τη λήψη συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης όπως η κατάσχεση κινητών ή ακινήτων του, οδηγεί σε ακύρωση της πράξεως αυτής εκτέλεσης, εφόσον ο οφειλέτης επικαλεσθεί το γεγονός αυτό της μη περιέλευσης ή της μη έγκαιρης περιέλευσης σ` αυτόν της ατομικής ειδοποίησης, (πρβλ. ΣτΕ 1639, 1642-4/2003).» (ΣτΕ 1705/2008)
3. Παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 5 του ΚΕΔΕ, μετά τη λήξη της οποίας (ανάλογα με την περίπτωση) η οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη. (άρθρο 7 ΚΕΔΕ)
4. Επιλογή του αναγκαστικού μέτρου (κατάσχεση κινητών ή κατάσχεση ακινήτων) που θα εφαρμοστεί για την είσπραξη της οφειλής.
(«Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί, προκειμένου να εντοπιστούν περιουσιακά στοιχεία των υπόχρεων ή συνυπόχρεων προσώπων και να διασφαλιστεί η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, να ανατίθεται η έρευνα σε ελεγκτικές εταιρείες ή δικηγόρους ή δικηγορικά γραφεία ή κοινοπραξίες αυτών. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία της ανάθεσης, ο τρόπος της αμοιβής, που μπορεί να συνδέεται με το τελικό αποτέλεσμα της έρευνας ή της είσπραξης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.» άρθρο 9 ΚΕΔΕ, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 18 Ν.4002/2011. Σχετική η ΠΟΛ 1195/14.09/2011)
5. Έγγραφη παραγγελία κατάσχεσης του Προϊσταμένου της ταμειακής υπηρεσίας του ΟΤΑ προς το Δικαστικό Επιμελητή.
6. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας (ανάλογα με το εάν πρόκειται για κατάσχεση ακινήτων ή κινητών) ο Προϊστάμενος της ταμειακής υπηρεσίας εκδίδει Πρόγραμμα Πλειστηριασμού. (άρθρο 19 ΚΕΔΕ)
Το πρόγραμμα Πλειστηριασμού συντάσσεται από το Δικαστικό Επιμελητή.- Δείτε σχετικά Υποδείγματα: http://www.odee.gr/?pgtp=1&cId=1129103980
7. Δημοσιότητα του Προγράμματος Πλειστηριασμού, ανάλογα με την περίπτωση. (άρθρο 20 ΚΕΔΕ).
8. Διενέργεια Πλειστηριασμού από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος)
Αναγκαστικά Μέτρα: Τα προς είσπραξη των δημοσίων εσόδων εφαρμοζόμενα αναγκαστικά μέτρα είναι τα εξής:
1. Κατάσχεση κινητών, είτε στα χέρια του οφειλέτη είτε κινητών και απαιτήσεων εν γένει αυτού στα χέρια τρίτου.
2. Κατάσχεση ακινήτων και
3. Προσωπική κράτηση.
Η χρήση των αναγκαστικών τούτων μέτρων εναπόκειται στην κρίση του διώκοντος Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου (ή τον ειδικό δημοτικό ταμεία), ο οποίος μπορεί να τα λάβει κατά τις διατάξεις του παρόντος Ν.Δ., είτε αθροιστικά είτε καθένα ξεχωριστά κατά την ελεύθερηκρίση του.
Προσωπική Κράτηση:
Προσωπική κράτηση μπορεί να διαταχθεί μόνο εφόσον:
α) πρόκειται για έσοδο που εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Ν.δ. 356/1974 και
β) το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος προς το Δημόσιο από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων και των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, υπερβαίνει το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ (άρθρο 234 παρ.1 ΚΔΔ (Ν.2717/99)), όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρου 3 της από 16.9.2009 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ 181/16.09.2009 τεύχος Α) η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του N.3814/2010 (ΦΕΚ 3/12.01.2010 τεύχος Α)- Καταργήθηκε η προσωπική κράτηση για χρέη στο δημόσιο με την παρ.6γ του άρθρου 67 του Ν.3842/2010
Σχετικές διατάξεις: άρθρα 63 – 72 Κ.Ε.Δ.Ε, 231 – 243 ΚΔΔ (Ν.2717/99), 1047 – 1054 ΚΠολΔ
Διαδικασία Κατάσχεσης Κινητών:
άρθρα 10 - 62 Κ.Ε.Δ.Ε
άρθρα 953 – 991 ΚΠολΔ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 §1 περ. α΄ του ν.δ. 356/74 (ΚΕΔΕ) καθώς και του άρθρου 953 §3 ΚΠολΔ, εξαιρούνται της κατάσχεσης πράγματα της προσωπικής χρήσης του οφειλέτη και της οικογενείας του και ιδίως ενδύματα, κλινοστρώματα, έπιπλα, (τραπέζι, καρέκλες, ψυγείο, ηλεκτρική κουζίνα, τηλεόραση κ.λπ.) εφόσον τα πράγματα αυτά είναι απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες της διαβίωσής τους.
Με τις διατάξεις αυτές προστατεύονται οι στοιχειώδεις ανάγκες. Η προστασία των στοιχειωδών αναγκών διαβίωσης του οφειλέτη επιβάλλεται και από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Οι δικαστικοί επιμελητές, συνεπώς, οι οποίοι εκτελούν τις παραγγελίες κατάσχεσης, έχουν υποχρέωση από το νόμο και το Σύνταγμα να εξαιρούν από την κατάσχεση όσα χαρακτηρίζονται από τις παραπάνω διατάξεις ως ακατάσχετα, διαφορετικά θα υπόκεινται στις συνέπειες που προβλέπονται στο άρθρο 75 παρ. 3 του ΚΕΔΕ. (ΥΠ. ΟΙΚ 1117330/ΕΞ/0016/4.12.2009)
Διαδικασία Κατάσχεσης Ακινήτων:
άρθρα 992 – 1016 ΚΠολΔ
Κατάσχεση ή εκχώρηση μισθού
Το άρθρο 664 του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι ο μισθός είναι ακατάσχετος (το αυτό ορίζει και το άρθρο 982§2 εδ. δ’ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).
Το άρθρο 464 του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι οι απαιτήσεις ακατάσχετες είναι και ανεκχώρητες (άρα και ο μισθός ως ακατάσχετος δεν δύναται να εκχωρηθεί).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 451, 464, 653, 664 παρ. 3 του Αστικού Κώδικα και 982 παρ. 2 εδ. δ' Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, συνάγεται ότι ο μισθός είναι και ακατάσχετος και ανεκχώρητος. Η εκχώρηση του μισθού που έγινε κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων είναι απολύτως άκυρη. Η εκχώρηση του μισθού ακόμα και εάν γίνεται με την συναίνεση του οφειλέτη είναι απολύτως άκυρη και δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια (ΕφετΑθ 9347/200 ΕΕΔ ΜΒ’, 124, άρθρ. 174 ΑΚ, Σούρλας, στην ΕρμΑΚ άρθρ.464, αριθμ. 5, Κρητικός, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρ. 464, αριθ. 8, Βαθρακοκοίλης ΕρΝομΑΚ 464, 630-631).
Ως «μισθός» ορίζεται κατά την διάταξη των άρθρων 653 και 664§3 ΑΚ ως μισθός υποκείμενος στην ανωτέρω προστασία θεωρείται κάθε παροχή σε χρήμα, που καταβάλλεται σε αντάλλαγμα της εργασίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο υπολογισμού του (Βαθρακοκοίλης ε.α. 664, τ. Γ, ημ. Β, σελ. 372).
(Την αυτή θέση διατύπωσε προσφάτως και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την υπ’ αριθμ. 194/2006 γνωμοδότησή του για δημοσίους υπαλλήλους Ο.Τ.Α.)
Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 982 Κ.Πολ.Δικ: «2. Εξαιρούνται από την κατάσχεση ... δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων.» Σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης είναι υποχρεωμένες οι υπηρεσίες του Δήμου να παρακρατούν το ποσό που ορίζει η απόφαση και να αποδίδεται στο δικαιούχο.
Με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3714/2008 «Προστασία δανειοληπτών και άλλες διατάξεις», αυξάνεται το όριο του ακατάσχετου ποσού μισθών συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων για χρέη προς το Δημόσιο από 600 ευρώ σε 1.000 ευρώ και ισχύει κατά το άρθρο 10 του ίδιου νόμου από της δημοσιεύσεως αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (7-11-2008) για ενημέρωση και ενιαία εφαρμογή αυτού.
Ειδικότερα με το ανωτέρω άρθρο αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 31 του Ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως είχε τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 18 του Ν. 3522/2006 και ισχύει και ορίζεται ότι:
Δεν επιτρέπεται η επιβολή κατάσχεσης επί μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών βοηθημάτων που καταβάλλονται περιοδικώς σε βάρος οφειλετών του Δημοσίου, εφόσον το ποσό αυτών, αφαιρουμένων των υποχρεωτικών εισφορών, είναι μέχρι των χιλίων (1000) ευρώ μηνιαίως. Αν ο μισθός, η σύνταξη ή το βοήθημα υπερβαίνει το ποσό των χιλίων (1000) ευρώ μηνιαίως επιτρέπεται η κατάσχεση μέχρι του 25% αυτών, όμως σε κάθε περίπτωση το εναπομένον ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των χιλίων (1000) ευρώ.
Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που ο οφειλέτης του Δημοσίου λαμβάνει σύνταξη ή μισθό ή ασφαλιστικά βοηθήματα από δύο ή περισσότερους φορείς, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό αυτών και επιτρέπεται η κατάσχεση του 25% αυτών, όμως το εναπομένον ποσό από το σύνολό τους να μην είναι μικρότερο των χιλίων (1000) ευρώ. Στο κατασχετήριο πρέπει να προσδιορίζεται το ακριβές ποσό που κατάσχεται (όχι ποσοστό), ώστε να εφαρμόζεται ο περιορισμός που τίθεται από το νόμο, ήτοι το ποσό που απομένει στον οφειλέτη να μην είναι μικρότερο των χιλίων (1000) ευρώ.
Κατά τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 7 του ιδίου νόμου (3714/2008) προβλέφθηκε, ότι το κύρος και οι έννομες συνέπειες των πράξεων της διαδικασίας εκτελέσεως, που έχουν γίνει πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου, δεν θίγονται.
Κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί πριν την ισχύ του νόμου αυτού και υπάγονται στην ανωτέρω περίπτωση, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται στα πλαίσια του άρθρου 30 παρ. 4 του Ν. 356/74, όπως αυτό συμπληρώθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 41 του Ν. 2648/98, σύμφωνα με την οποία, η κατάσχεση μπορεί να περιοριστεί σε μικρότερο ποσό ή ποσοστό, μετά από αιτιολογημένη απόφαση εκείνου που την επέβαλε, λαμβανομένης υπόψη και της ανωτέρω νομοθετικής μεταβολής. (ΠΟΛ. 1170/1121000/8610/Ζ 0016/21.12.2008)
Ευθύνη Δημοτικού Ταμία:
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του Ν.3492/06:
«1. Η Γ.Δ.Δ.Ε. έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
α) Ασκεί έλεγχο:
(1) στη διαχείριση του προϋπολογισμού των φορέων του άρθρου 3, προκειμένου να διαπιστωθεί ιδίως αν: αα) όλα τα ποσά τα οποία ψηφίζονται ή χορηγούνται, δαπανώνται και χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς για τους οποίους εγκρίθηκαν ή χορηγήθηκαν, ββ) κατά την πραγματοποίηση των δαπανών τηρούνται οι ισχύουσες διατάξεις, καθώς και οι αρχές της δημοσιονομικής δέσμευσης, της νομικής δέσμευσης και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, γγ) λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εξασφάλιση της είσπραξης των εσόδων, δδ) όλα τα έσοδα εισπράττονται και εμφανίζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις,
(2) στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, προκειμένου να διαπιστωθεί η επάρκειά τους.
β) Λαμβάνει ή εισηγείται τα κατάλληλα μέτρα για τη βελτίωση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των φορέων, ώστε να συμβάλει:
αα) στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων τους, ββ) στη σύννομη και αποτελεσματική διαχείριση των χρημάτων που δαπανούν και γγ) στην καταπολέμηση της απάτης, της δωροδοκίας, καθώς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας που είναι επιζήμια για τα οικονομικά συμφέροντά τους.
γ) Επιβάλλει τις προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο κυρώσεις.
δ) Συνεργάζεται με αντίστοιχες υπηρεσίες άλλων κρατών και ιδίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ζητήματα σχετικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.
ε) Συντάσσει ετήσια έκθεση ελέγχου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22.
2. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της η Γ.Δ.Δ.Ε. μεριμνά ιδιαιτέρως για τη διαφύλαξη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπιστευτικών πληροφοριών, των οποίων λαμβάνουν γνώση τα όργανα αυτής.»
Σύμφωνα με το άρθρο 25 του ΠΔ 774/80:
«1. Οι Δημόσιοι υπόλογοι είναι πάντες οι δημόσιοι λειτουργοί οι εντεταλμένοι την είσπραξιν εσόδων ή την πληρωμήν εξόδων του Κράτους, και καθόλου οι οπωσδήποτε έστω και άνευ νομίμου εξουσιοδοτήσεως διαχειριζόμενοι χρήματα αξίας ή υλικόν, ανήκοντα εις το Κράτος ως και πας άλλος εκ του νόμου θεωρούμενος ως δημόσιος υπόλογος.
3. Η έναντι του Ελεγκτικού Συνεδρίου ευθύνη των δημοσίων υπολόγων επεκτείνεται και εις την ακριβή είσπραξιν των βεβαιωθέντων δημοσίων εσόδων εφ' όσον εκ του νόμου δεν λογοδοτούν ούτοι δια τούτο προς άλλην αρχήν.
4. Καθ' έκαστον οικονομικόν έτος ή μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπον λήξιν της διαχειρίσεώς των, οφείλουν οι δημόσιοι υπόλογοι εντός διμήνου το βραδύτερον να αποδίδουν εις το Ελεγκτικόν Συνέδριον λόγον της διαχειρίσεως αυτών, υποβάλλοντες τους λογαριασμούς των απ' ευθείας εις τούτο εφ' όσον άλλως υπό του νόμου δεν ορίζεται.»
Άσκηση Ποινικής Δίωξης
Πέραν των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ο ειδικός δημοτικός ταμίας ή ο προϊστάμενος της ταμειακής υπηρεσίας οφείλουν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, να υποβάλλουν αίτηση προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα για την άσκηση ποινικής δίωξης των οφειλετών. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 25 του Ν.1882/1990:
"Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ,
β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ,
γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ,
δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής.
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό."
Όταν υποβληθεί αίτηση στον αρμόδιο Εισαγγελέα για άσκηση της ποινικής δίωξης τότε σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 7 του Ν.1882/1990, αναστέλλεται η παραγραφή του χρέους μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής.
ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ:
Υπόχρεος για την καταβολή του τέλους του άρθρου 7 του Ν. 1080/1980 είναι ο κατά τον κρίσιμο χρόνο εκμεταλλευόμενος το εστιατόριο/σε περίπτωση δε κατά την οποία ο προαναφερθείς υπόχρεος δεν καταβάλλει το ποσό του οφειλομένου τέλους στο δικαιούχο δήμο ή κοινότητα, τότε επιβάλλεται με πράξη του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητας το μη καταβληθέν τέλος καθώς και το πρόστιμο που προβλέπεται/η είσπραξη εξ άλλου των ποσών που έχουν βεβαιωθεί με τηνοριστικοποιηθείσα πράξη του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητας γίνεται από τα οικεία δημοτικά ή κοινοτικά ταμεία, τα οποία συντάσσουν σχετική ατομική ειδοποίηση που αποστέλλουν προς τον οφειλέτη/κατά της προαναφερθείσας ατομικής ειδοποιήσεως χωρεί η κατά το άρθρο 73 παρ 1 του ΚΕΔΕ ανακοπή, με την οποία όμως, εν όψει του ότι στον οφειλέτη παρέχεται από τις σχετικές διατάξεις δικαίωμα προσφυγής κατά της πράξεως προσδιορισμού της οφειλής του, δεν είναι δυνατή η προβολή λόγων αναφερομένων στο κατ' ουσία βάσιμο της απαιτήσεως του Δήμου ή της Κοινότητας. (ΣτΕ 186/1998 Τμ. Στ')
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
- ΠΟΛ 1087/11.06.2010 Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007) και του ν.3808/2009, που αφορούν στην διαδικασία συνδιαλλαγής