Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Παντελής Μπουκάλας
Υπαρξιακές νύξεις στην ποίησή του
Της Χρύσας Σπυροπούλου


"Πρώτα ο κόσμος σώνεται ή πρώτα οι λέξεις;"
Οπόταν πλάτανος


Ο Παντελής Μπουκάλας (1957) εμφανίζεται με τον Αλγόρυθμο το 1980 στα Ελληνικά Γράμματα και έκτοτε, σταθερά, εκδίδονται συλλογές του όταν έχει κάτι να πει. Ξεκινά με ρυθμούς αλγεινούς, όπως μας προϊδεάζει ο τίτλος της πρώτης ποιητικής του κατάθεσης, άλγη τα οποία δεν θα πάψουν να εμφανίζονται σ' όλα του τα έργα. Αλλωστε ο πόνος παρακινεί και διακινεί το "δαιμόνιο" της δημιουργίας. Και εδώ πρόκειται για πόνο βαθύ, πόνο των πραγμάτων, για την ουσία της ύπαρξης, γι' αυτό που γίναμε ερήμην μας. Για την αντίθεση γέννηση-θάνατος, φως-σκοτάδι ή αυτήν τη γενικότητα, που τόσο μας εξυπηρετεί, ωστόσο, το καλό και το κακό, την ηδονή και την οδύνη. Γι' αυτό, εξάλλου, η ποίηση του Μπουκάλα είναι βαθύτατα υπαρξιακή και συνάμα ουσιαστική, καθώς καμιά λέξη δεν επιλέγεται τυχαία μόνο και μόνο για λόγους εντυπωσιασμού. Αυτή βγαίνει από την εσώτερη ανάγκη να αναπαραστήσει αυθεντικά συναισθήματα, να συνδυάσει το αίσθημα με τον νου και τις διεργασίες του.

Στην Εκδρομή της Ευδοκίας (1982) ο ποιητής επιλέγει να ανασυνθέσει το χάος της καθημερινότητας, τα θραύσματα των αισθημάτων και των αναμνήσεων με ποιητικό μονόλογο. Η θάλασσα, οι λέξεις, τα δέντρα, το σώμα, οι τόποι, όπως το Μεσολόγγι ή ο Αγιος Ευστράτιος, είναι κλειδιά στο ποιητικό τοπίο. Ο "αφηγητής" απευθύνεται ενίοτε σε δεύτερο πρόσωπο και ο λόγος μολονότι γίνεται ερωτικός, ακόμη και τότε δεν αποβάλλεται η θλίψη. Οι λέξεις έχουν μεγάλη σημασία στην ποίηση του Μπουκάλα, όχι ως υλικά που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία του στίχου, αλλά ως ανεξάρτητα σώματα που συμπληρώνουν την ανθρώπινη υπόσταση.

Στη συλλογή Ο μέσα Πάνθηρας (1985), ο ποιητής δίνει μέσω της δημιουργίας διέξοδο στις ανησυχίες του, τιθασεύει τους εσωτερικούς δαίμονές του, δαμάζει τις "υπνωτισμένες τίγρεις" του. Εφόσον η τέχνη δεν είναι παρά το αποτέλεσμα, η λύση των εσωτερικών συγκρούσεων. Εστω και προσωρινά, το μηδέν, "το μηδέν μου το έγκυο", αναιρείται, μετατρέπεται σε οντότητα. Η άμυνα στο κενό, αλλά και στο γρήγορο πέρασμα του χρόνου, που μας φέρνει όλο και πιο κοντά σ' αυτό, γίνεται μέσω των λέξεων και της ποιήσεως: "τα μάτια σου αειθαλή / και με δικάζουνε / κάθε που οχυρώνομαι / σε λέξεις και σε οινόπνευμα / όταν παραμονεύοντας σπουδάζω / το χρόνο που λιώνει...". Μάλιστα σ' αυτό το ποίημα, αλλά και αλλού, δεν χρησιμοποιείται στίξη, για να φανεί ότι η γραφή δεν διακόπτεται, συνεχίζεται στο διηνεκές, ενώ ο κάθε στίχος δεν διαχωρίζεται από τον επόμενο, καθώς η ασθματική σύνδεσή τους επεκτείνεται και στα πράγματα, σ' ό,τι μας περιβάλλει. Ο θάνατος και η απουσία μπορούν να παραλληλιστούν και με μια λευκή σελίδα του ποιητή, με τη σιωπή του, μόνο που στην πρώτη περίπτωση όλα είναι οριστικά, ενώ στη δεύτερη όχι. Αλλωστε, είναι δυνατόν η όποια αποχή για ένα χρονικό διάστημα από τη δημιουργία να προσφέρει καινούργιους καρπούς, μια ανασυγκρότηση των εσωτερικών διεργασιών.

Οι συλλαβές, οι λέξεις για τον ποιητή είναι κομμάτι του σώματος του, μια προέκταση της ύπαρξής του: "Μια συλλαβή / πριν γίνεις δάκρυ / λύνεσαι φως / κι εγώ που σε διψώ / μαυλίζω το κοκαλάκι της μουσικής σου...". Ο "αφηγητής" σκάβει εντός του, εισέρχεται σε περιοχές σκιερές και ανακαλύπτει πτυχές του "άλλου" του εαυτού, "παίζει" με τον "πάνθηρα" προτού τον δαμάσει -αν γίνει κι αυτό οριστικά κάποτε, ίσως να πάψει να γράφει-, αυτόν τον δαίμονα της δημιουργίας, τον Μεφιστοφελή της τέχνης, κυνηγάει το "ανείπωτο", για να το καθυποτάξει, για να το "σκάψει", σμιλέψει και να του δώσει μορφή. Οι λέξεις, ωστόσο, "πετρώνουν", γίνονται κάτι σταθερό και αμετακίνητο, δίνουν υπόσταση στα "φαντάσματα", σ' όλα εκείνα τα εσωτερικά δαιμόνια που βρίσκουν διέξοδο σε ώρες μοναξιάς, σε στιγμές περισυλλογής. Κι εν τω μεταξύ, οι πέτρες-λέξεις οικοδομούν έναν δικό τους κόσμο, αντλώντας τα υλικά τους από τις αθέατες πλευρές του νου, από τα παιχνιδίσματα και τις αντανακλάσεις της φαντασίας: "Οι πέτρες / πιο αλαφρές απ' τα φωνήεντα / που σε κτίζουν / Γιατ' είσαι φως...". Εξάλλου, η δύναμη της σκέψης έχει θαυματουργικές ιδιότητες, καθώς αυτή είναι σε θέση να πλάσει, ν' αναπλάσει, να συνθέσει κομμάτια του δεδομένου σύμπαντος, να τα ανακατανείμει και να δώσει κάτι εντελώς πρωτότυπο και καινούργιο: "Αρκεί να σκεφτείς / πως ανοίγοντας η πόρτα / το πόμολο γίνεται πουλί / Κι όταν σε διαγράφει η ερημία / αρκεί να σκεφτείς / το βλέμμα της και πώς πεντοβολάει / τεχνουργώντας τη μετάληψη...". Ακόμα και όταν κανείς προσπαθεί να ξεφύγει από τις μνήμες, όλα εκείνα που πληγώνουν ή που διεκδικούν τον δικό τους λόγο και τη δική τους ύπαρξη, δεν μπορεί να αποφύγει τον "πάνθηρα", αυτήν την άγρια πλευρά του εαυτού του, η οποία διεκδικεί, ζητεί επίμονα υπόσταση.

Το τρίπτυχο: πόθοι-θλίψη-ηδονή δημιουργεί τους "καθρέφτες", τις "μάσκες" και τον "ρόλο" του ποιητή, ενώ ταυτοχρόνως αυτό συνιστά και τον έσω "πάνθηρα".

Ονειρα, μνήμες, παρουσίες και απουσίες, ο θάνατος που έρχεται συνεχώς, ο "λιμάρης χρόνος" συνθέτουν τη θεματική των ποιημάτων της συλλογής Σήματα λυγρά (1992). Αυτοί που φεύγουν από τη ζωή μπαίνουν οριστικά στο "αλλού", ενώ όσοι παραμένουν -για πόσο άραγε- "έχουν ακόμη πολύ θάνατο να ζήσουν" (ποίημα Εμπυρα σήματα). Ποιήματα μινιατούρες συνομιλούν με πεζολογικού τύπου στίχους για ανεκπλήρωτους πόθους, για άγονες στιγμές και νύχτες, για λευκές σελίδες, για τον χρόνο που τώρα προσφέρει παραμυθία, αλλά επίσης πόνο και φθορά, για τη μνήμη που: "...αμείλικτη το σώμα σου, / ένα κλωνί βασιλικός στ' αυτί του χάρου. / Πρώτη και μόνη σιγουριά / αυτό που πάντα διαφεύγει". (Παραμυθία)

Σε ορισμένα ποιήματα, όπως Ημερολόγιο, Τρίστρατο, ο Μπουκάλας χρησιμοποιεί το μέτρο, μια φόρμα που υιοθετείται για να φανεί πιο πειθαρχημένος ο στίχος, αλλά επιπλέον για να αποδοθεί η διάθεση για παιχνίδι ή επικοινωνία με παλαιότερους τρόπους έκφρασης, πιο μουσικούς και ενίοτε περισσότερο ανάλαφρους. Λιτός, υπαινικτικός, με αντιθέσεις και παιχνιδίσματα ή αναστροφές, ο ποιητής αναφέρεται στο ανείπωτο δίνοντας με τους στίχους του νόημα στο "παμφάγο Ανόητο", δαμάζοντας τον πόνο και το πένθος, μιας και "δεν αντέχεται αλλιώς τόσο πένθος". (Λοκ άουτ) Εξάλλου η ποίηση προσφέρει "χρώμα στο χρώμα", είναι η κατάφαση, το περιεχόμενο, το "ναι στο μηδέν", η γέφυρα με τον "κόσμο", το νήμα που δίνει νόημα στην ύπαρξη. Με τους στίχους και τις λέξεις ξεγελιέται το "κενό", επινοούνται άμυνες σωτηρίας.

Ποιητικός μονόλογος με θεατρικά στοιχεία και οντολογικές νύξεις είναι η συλλογή Ο μάντης (1994). Κοφτός λόγος που ενώνει το παρελθόν με το παρόν, αλλά και το μέλλον, που κι αυτό πολύ σύντομα γίνεται παρελθόν. Μονολογεί ο τυφλός μάντης, ο Τειρεσίας, και κάνει τον απολογισμό του. Μπορεί να είναι τυφλός, βλέπει παρ' όλ' αυτά με τα μάτια της σκέψης, βλέπει καλύτερα κι από αυτούς που δεν τους λείπει το φως. Μιλά για τον θάνατο, αν και νεκρός, τον έρωτα, τη σχέση με τους άλλους, την ενοχή, τον αδάμαστο χρόνο και την ακλόνητη βεβαιότητα ότι κάθε τι που περνά, δεν επανέρχεται. Ιδέα που φέρνει στον νου την ηρακλείτεια ρήση: "Ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ" ή όπως γράφει ο Μπουκάλας: "Το χρόνο ποτάμι να βλέπω και μονάχος εγώ να μπορώ, ευτυχία απαίσια περιούσιο άλγος, δύο φορές στα ίδια νερά του να μπω, τα μελλούμενα να 'ναι από πριν παρελθόντα". Ή, όπως έγραψε ο T.S. Eliot: "Time present and time past / Are both perhaps present in time future, / And time future contained in time past...". (I, Burnt Norton, Four Quartets){"Ο τωρινός κι ο περασμένος χρόνος / ίσως υπάρχουνε μαζί μες στον μελλούμενο / κι ο χρόνος ο μελλούμενος ίσως περιέχεται στον περασμένο", μετάφραση Γ. Νίκας, T.S. Eliot, Τα Ποιήματα, Εστία 1992}.

Ο μονόλογος του μάντη εμπεριέχει και απηχεί στίχους, μύθους και αποσπάσματα από έργα της Σαπφώς, του Πλάτωνα, του Ομήρου, του Ηράκλειτου, του Αισχύλου, του Πινδάρου, από το δημοτικό τραγούδι, του Στησιχόρου, του Ευριπίδη και του Σοφοκλή. Ενα ταξίδι, λοιπόν, κάνει ο μάντης με στάσεις σε σημαντικά ονόματα της Ελληνικής Γραμματείας, με σταθμούς που ενώνουν το παρόν με το παρελθόν. Εικόνες υψηλής αισθητικής συνδέουν το άτομο με τη φύση, μετατρέπουν τον έρωτα για τον έτερο σε έρωτα για τη ζωή. Διονυσιακή διάθεση διατρέχει τις σκέψεις του μάντη, ενώ η έκρηξη των συναισθημάτων αποκαλύπτει έναν κόσμο αυθεντικό, που μπορεί να στηρίζεται στον νου, αν και βρίσκεται πολύ κοντά στις φυσικές απαρχές του: "Ποτέ δε θα μπορέσω να σου δώσω κάτι περ- / σότερο από τον πανικό μου. Κρυμμένος θα / 'μαι και την ώρα την πιο άγρια, όταν το πά- / θος θα με τανύει ως τη ρήξη. Ατεχνα κρυμ- / μένος. Σαν και τον κλέφτη που επαιτεί τη / σύλληψή του, να λυτρωθεί...".

Το "δίχα μοι τα νοήματα" της Σαπφώς, που συναντάμε και στην ποίηση της Ζωής Καρέλλη, επανέρχεται και στην ποιητική του Παντελή Μπουκάλα με τη μορφή των "διπλών πόθων" και της "ανδρόγυνης" φύσης. Αλλού ο "αφηγητής" μακαρίζει και "φθονεί" την τύχη του Ακταίωνα, τον οποίο κατασπάραξαν, σύμφωνα με τον μύθο, τα αγαπημένα του σκυλιά. Η θεά Αρτεμις τα σκότισε και έτσι αυτά δεν κατάλαβαν ότι το ελάφι που διαμέλιζαν ήταν ο μεταμορφωμένος κύριός τους. Ο ίδιος μύθος απασχολεί και έναν άλλο ποιητή, τον Γιάννη Δάλλα, ο οποίος όμως συνδέει τον μύθο με τις μάσκες, τις διαρκείς μεταμορφώσεις του σύγχρονου ανθρώπου που φέρνουν την ήττα και την αποτυχία: "Τι ήθελες να περιβληθείς το ένδυμα / το σχήμα του ύστατου ρόλου σου / τάχα για ποια σκοπιμότητα / ποιον να παραπλανήσεις ή να προκαλέσεις / ; ...Φόρεσες λοιπόν το ελαφόδερμα / αυτήν την ολόσωμη μάσκα σου...". (Σαν τον Ακταίωνα, συλλογή Αποθέτης, 1993) . Αντίθετα, ο "αφηγητής" του Μπουκάλα θα επιθυμούσε τον θάνατο του Ακταίωνα, για να ανακουφιστεί από τον πόνο των ενοχών: "Μια φορά τον εσπάραξαν, καταβροχθίζοντας κιόλας ό,τι βλάσφημο έπραξε όταν τον καιρό εφύλαξε να μελετήσει την Αγρία Παρθένο να λούζει στην πηγή την οχυρή της γυμνότητα. Αλλά εγώ είχα να μετρηθώ με τη διάρκεια, στην ευεργετική κακότητα της επανάληψης να ανοίξω το πνεύμα μου...". Ο μάντης, ο Τειρεσίας, μιλά για το ανείπωτο, για το παράδοξο της ζωής, τη δύναμη του νου , την τρέλα, τη ματαιότητα των πάντων, την αίσθηση του κενού και του τίποτε που μερικές φορές δίνει νόημα στα πράγματα, τα οποία στερούνται νοήματος. Ο τυφλός μάντης βλέπει μακριά και βαθιά, η γνώση ωστόσο από εφόδιο μετατρέπεται σε πανικό, σε τρόμο. Η γνώση, λοιπόν, είναι ευλογία και κατάρα συγχρόνως.

Η συλλογή Οπόταν πλάτανος (1999) περιλαμβάνει ποιήματα με ποικίλες μορφές, άλλα είναι πεζολογικού τύπου, άλλα με ρίμα ή συρραφή λέξεων, που τονίζουν το παράδοξο της πραγματικότητας, ενώ επαναλαμβάνεται η λέξη "θάνατος". Και τα "άγονα ρήματα" προετοιμάζουν την επόμενη συλλογή που εκδίδεται το 2009 με τον τίτλο Ρήματα, συλλογή που ακουμπά στο δημοτικό τραγούδι και σε λόγια, αλλά και λαϊκά στοιχεία της παράδοσής μας, εκείνα κυρίως που προβάλλουν τις συναισθηματικές και "ιδεολογικές" επιλογές. Η ποιητική συλλογή χωρίζεται σε τρία μέρη: στις Ιστορίες, τα Ερωτήματα και τα Μυθολογήματα. Στο τελευταίο μέρος πρόσωπα του μύθου μονολογούν και αποκαλύπτουν την προσωπική τους περιπέτεια, την αντανάκλαση ιδεών και ό,τι μπορεί να κρύβει το συλλογικό υποσυνείδητο. Εδώ ανήκει το εξαιρετικό ποίημα Μαρσύας, το οποίο συνομιλεί με το ομότιτλο του Γιάννη Δάλλα. Φυσικά και οι δύο ως ποιητές είναι με το μέρος του Μαρσύα, του σπουδαίου μουσικού, ο οποίος ηττήθηκε σε μουσικό διαγωνισμό από τον Απόλλωνα και τιμωρήθηκε σκληρά: γδάρθηκε ζωντανός αφού κρεμάστηκε σε δέντρο, και από το δέρμα του κατασκευάστηκε ασκός. Ο μύθος και στις δύο περιπτώσεις λειτουργεί ως μεταφορά, ως υπαινιγμός για να φανεί με τρόπο εξωλογικό η στάση του ποιητή απέναντι στη δημιουργία, η οποία είναι ταυτόσημη με την έξαρση, τον έρωτα. Η δημιουργία, άλλωστε, φέρνει στο φως το καινούργιο, το πρωτότυπο, αυτό που μεταφέρει συναίσθημα και ιδέες.

Ο ποιητής πότε τρυφερά πότε με πιο δόκιμο τρόπο, ο οποίος όμως δεν στερεί από τον λόγο του την ικμάδα της σκέψης, αναφέρεται στην αγάπη, τον πόθο, τον έρωτα αλλά και στη μνήμη, στο γρήγορο πέρασμα του χρόνου, στο εφήμερο και στον θάνατο. Οι λέξεις δίνουν διέξοδο στο εσωτερικό ηφαίστειο, στην αγάπη για τη ζωή, για κάθε τι μικρό και ασήμαντο. Η συναισθηματική συνομιλία με τα μέρη, αλλά και το όλον καταλήγει σ' ένα διαρκές ταξίδι αναζήτησης.

Η ποίηση του Παντελή Μπουκάλα, στιβαρή, κινείται άνετα ανάμεσα στην παράδοση και το μοντέρνο, το πειθαρχημένο και το απείθαρχο, ενώ ορίζει το ατομικό και το συλλογικό μέσω της χρήσης των μύθων.

Και η ποίηση, η καλή ποίηση, "συμβαίνει", όπως "απλώς συμβαίνει η αγάπη. / Οπως συμβαίνει η θάλασσα".







Ανθολόγηση ποιημάτων

Απ' τις εφτά σάλπιγγες του τηλεφώνου διελαύνουν τα μάτια σου ως να με τήξουν. Καλύτερα να μη γυρίσεις. Θα σε καλύπτει το προσδοκώμενο χαμόγελο, η ήρεμη φωτιά ελπίζοντας οσμές σαββάτου. Καλύτερα να 'ρθεις. Είπα να χαιρετίσω τα μάτια σου, μόνο που μ' είχε κυκλώσει το εφτάψυχο βλέμμα σου δικαιώνοντας τη μοναξιά του κόσμου.

Η χαρά σου το σήμα μου, όταν το φως κερδίζει το σώμα μου συντάσσοντάς το με τον τρόπο της γεύσης σου. Και πάντα με τα όνειρά μου ανθοί πικροδάφνης να εντείνουν τη γλώσσα μου. Εύφορος κόσμος ο κόσμος των εξόδων.

(Η εκδρομή της Ευδοκίας, 1982)

................

Μια συλλαβή
πριν γίνεις δάκρυ
λύνεσαι φως
Κι εγώ που σε διψώ
μαυλίζω
το κοκαλάκι της μουσικής σου
Ο πόνος άγονος
στο αλέτρι σου μη ενδίδοντας
Σβήνει τα χείλη σου η πίκρα
Μαράθηκαν τα φύλλα σου
κι έγινες μάνα

................

Στύση μουγκή
βουλιαγμένη στην ιλύ των φαντασμάτων
Η μοναξιά κατοικεί στους καθρέφτες
ρίμες θλιβερές και τελετές θανάτου
εμπορεύεται
Η μοναξιά ουρλιάζει στα σύρματα
και πετρώνουν οι λέξεις
Αξία τους μόνη εσύ
αυτός
το ζεϊμπέκικο που δεν τόλμησε

..................

Κάθε πρωί ταΐζω τον μέσα πάνθηρα με καθρεφτάκια και εικονίσματα, να 'χει να πλέξει όνειρα να 'χει να υφάνει δάκρυ. Και κάθε που σιγά ο ήλιος, ανατέλλω μέσα μου τις νύχτες που δεν τις ρυμουλκούν επίθετα, μια μ' όνειρο μια δάκρυ ζωπυρώντας των φρενών τ' ολοκαύτωμα. Και κάθε που 'ρχεται η αφή μουσκεμένος κόσμο κερδίζω τη σπατάλη

(Ο μέσα πάνθηρας, 1985)



Παραμυθία

Ψωμί ο χρόνος,
ακριβώς πικρό,
ωσάν το βλέμμα όσων απόκαμαν
και κίνησαν για το βαθύ ταξίδι
το αμεταγλώττιστο.
Μνήμη αμείλικτη το σώμα σου,
ένα κλωνί βασιλικός στ' αυτί του χάρου.
Πρώτη και μόνη σιγουριά
αυτό που πάντα διαφεύγει



Λοκ άουτ

Υγρός
κι ανήμερος
επειδή του πόθου παρανάλωμα.
Φεύγεις
και φεύγει η όψη μου.
Πώς να μην ξαναρχίσω.
Ανάποδα, λοιπόν, Τζων Λοκ, ανάποδα.
Με το κεφάλι κάτω:
Ουδέν εν τη αισθήσει
ο μη πρότερον εν τη νοήσει.
Ενας νους τερατώδης ολονέν εκσαρκίζεται
να πληρώσει νόημα το Παμφάγο Ανόητο
Δεν αντέχεται αλλιώς τόσο πένθος



Στον αστερισμό του κυνός

Να ξοδευόμαστε υπέρ του μηδενός
για να μην στο μηδέν υποχωρήσουμε
Λέξεις από το πένθος μας
να κλέβουμε ανοιχτές
για να μην στο πένθος κλειστούμε
Να μεταφράζουμε την απελπισία σε όρεξη,
της ψυχής μας τη σάρκα να δειπνούμε
για να μην το κενό μας βροχίσει
Μπαίγνιο του χρόνου μην ξεπέσουμε
Του κυνισμού
κόκαλο
μην αφεθούμε



Ερεβοδίφης

Ρέεις εντός μου.
Πάμπλουτος όσο η νύχτα.
Και με τον ήλιο
σκηνοθετώ στην αγορά
τον μέσα πάνθηρα
τον αυτοφάγο.
Οτι καρκίνος ο έρωτας
πολλαπλασιάζοντάς σε
για να σε σβήσει

(Σήματα Λυγρά, 1992)



.......................

Τότε ήταν που άρχισα να βλέπω. Βαθιά να βλέπω, σε δίστομη όραση θητεύοντας. Το πίσω απ' την εικόνα, το έξω, κι ό,τι οι θεοί είχανε τάξει της σκιάς. Τα δέντρα, απ' τις ρίζες και κάτω μονάχα, εξόριστος πια όπως ήμουν από την ήπειρο του φαινομένου, του απλώς και αμέσως καλού. Το χρόνο ποτάμι να βλέπω και μονάχος εγώ να μπορώ, ευτυχία απαίσια περιούσιο άλγος, δύο φορές στα ίδια του να μπω, τα μελλούμενα να 'ναι από πριν παρελθόντα. Σκοτεινόβιος πορεύτηκα και στους άλλους το φως μου εδάνειζα, και συχνά μ' αποστρέφονταν. Κι ώς τον Αδη κατέβηκα, των θεών και του είναι μου. Και τρομάζω ακόμα να πω ποιος πιο άγριος ήταν.



.......................

Μάντευα την ηδονή πριν την γνωρίσω και με κατακτήσει, με άκρα επιμέλεια την οργάνωνα, την εφεύρισκα ακόμα, ότι του νου είναι όλα, από κείνον εκπορεύονται και σ' εκείνον ο νόστος τους.



.......................

Ποτέ δε θα μπορέσω να σου δώσω κάτι περ-
σότερο από τον πανικό μου. Κρυμμένος θα
'μαι και την ώρα την πιο άγρια, όταν το πά-
θος θα με τανύει ώς τη ρήξη. Ατεχνα κρυμ-
μένος. Σαν και τον κλέφτη που επαιτεί τη
σύλληψή του, να λυτρωθεί.
Ποτέ δε θα μπορέσω να σου δώσω κάτι περ-
σότερο από τον πανικό σου. Και τη στιγμή
την άγια θα ξεμακραίνεις μέσα σου, θα χά-
νεσαι, στον κόμπο που σε γέννησε θα επι-
στρέφεις, λατρεύοντάς τον με μιαν αγάπη
σπαραγμού.
Ποτέ δε θα μπορέσω να σου δοθώ υπέρτερος
του σκηνοθέτη πανικού μου.

(Ο μάντης, 1994)



.....................

Σαν τα πλατάνια. Ξυλεύει ο χρόνος και καίει. Καν ανη-
λεής. Απλώς αδιάφορος. Και βλασταίνει η πίκρα και θάλ-
λει, τα παιδιά μας υπάρχουμε, κατοικούμε ήδη μια μνήμη
που θα μας ξεχάσει, είμαστε κιόλας οι μέλλοντες, και το νήμα κρατάει και συσταίνει δεσμούς, τις μοίρες τυφλές της οργής καταλείποντας. Η σπορά μας ο άνεμος. Η πατρίδα υγρή, όσο υγρή η ερωμένη φωνή όταν λύνει τους κόμπους της και ηδύτατα άγρια βαθαίνει τα ρήματα, παραπλέει το θάνατο.

Χα. Ο θάνατος.



.....................

Νύχτα, κι ο κόσμος γίνεται καπνός και με τυλίγει. Δίχως
μορφή τα πράγματα, σκοτίζονται, σμίγουν, παράφορα ερω-
τεύονται
και φονικά χωρίζουν.
Η μνήμη ανέρχεται αιματηρή, πόλη φασμάτων. Κομ-
μένα νήματα με πνίγουν, φίλοι που φύγαν, κι έμεινε η
πληγή
να καίει λέξεις.



.....................

Χα ο θάνατος. Μα ο πατέρας έγινε ίσκιος και γραφή
πριν γίνει ρήμα. Και καβαλάρης έφυγε, ο ημερήσιος θάνα-
τος μην και τον φαρμακώσει. Τώρα κοιμάται στα βαθύκο-
μα πλατάνια τ' ουρανού και καβαλάρη με ονειρεύεται. Και
στ' όνειρο του υπάρχω ήδη ασφαλής και καταστερωμένος.

(Οπόταν πλάτανος, 1999)



.....................

Σύνοψη

Μια μεταφορά ο βίος
Κυριολεκτικά

Ακάθεκτα περνούν τα χρόνια μας τα στάσιμα
ένας αέρας πες ένας αέρας. Ούτε.
Εκείνος, μια θ' αναστήσει τη φωτιά
μόλις που σβήνει
μια τα καράβια θα τα κινδυνέψει
μια πιο αψύ θα κάνει το κρασί.
Αέρας το λοιπόν.
Αφού το λες.
Φυσάει και φεύγει.
Απ' την πληγή δεν απομένει παρά η μνήμη της,
λειψή κι εκείνη,
μακρινή. Τότε. Θυμάσαι. Δεν θυμάσαι;
Τότε που έφυγε ο...
Ο;
Ολα τα συνοψίζει ο θάνατος



Φυσικά

Φαντάζομαι το χέρι της.
Να μεθοδεύει την παραφορά
τραγούδια μυστικά διαλέγοντας,
να ξεσκονίζει μνήμες
να χαϊδεύει νότες.
Αχ να 'μουν νότα, έστω τραυλή,
έστω θραυσμένη,
χάδι το χέρι της να μου δωρίσει πύρινο
ώς την απανθράκωση.
Φαντάζομαι τα μάτια της.
Να συννεφιάζουν, να πανηγυρίζουνε,
να λάμπουν, ολόγιομα να λάμπουν
ακούγοντας τραγούδια της αγάπης και της ξενιτιάς,
παιδί παιδάκι ο χρόνος
και να κολυμπάει στην υγρασία τους.
Αχ να 'μουν τραγούδι να με πει
να με στολίσει,
να μ' ευλογήσει ο ρυθμός της
την ψυχή να λύσει.

Φαντάζομαι το δάκρυ της. Δακρύζω.
Στο γέλιο της γελώ και θριαμβεύω.
Φαντάζομαι την πίκρα της. Ραγίζω.
Και μέσα απ' τις ρωγμές μου ταξιδεύω.

(Ρήματα, 2009)